Κείμενο: Δημήτρης Σούκουλης
Συγγραφέας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


— «Α, μην τους ζηλεύεις. Γι’ αυτό που είναι. Για το πώς φέρονται. Μη νοιάζεσαι. Δεν ωφελεί. Αν προσπαθήσεις να τους μιμηθείς θα καταλήξεις να είσαι ένα κακέκτυπο».

Στο τραπεζάκι της καφετέριας στην Πλάκα, όπου είχαμε δώσει ραντεβού και ήδη κλείσει το τετράωρο, τραβούσε μία ρουφηξιά καφέ, μία τζούρα τσιγάρο, ακολουθούσε μία βιασμένη εκπνοή κατά την διάρκεια της οποίας έγλυφε τα χείλη της καύτρας, τίναζε τα περισσεύματα στο τασάκι και απνευστί έφερνε το Camel ξανά στο στόμα.

— «Πότε αναπνέεις εσύ; Εδώ και μια ώρα σε βλέπω να κατεβάζεις μόνο καπνό».

— «Ο καπνός είναι εξαγνιστικός. Καίει τα μικρόβια, διώχνει τα τελώνια και τους καλικάντζαρους. Ανεβαίνει ψηλά. Φαίνεται από μακριά, χιλιόμετρα. Αν κάποιος σε αναζητά, του δείχνεις τον δρόμο. Σταματά όταν σβήνεις την καύτρα, να πάρει κι αυτός μια ανάσα, μέχρι να εμφανιστεί ξανά η επόμενη σημαδούρα καπνού. Σαν τους Ινδιάνους ένα πράγμα».

— «Έτσι, όμως θα αργήσει να έρθει. Θα έχεις την υπομονή να τον περιμένεις; Δεν διαρκεί πάνω από ένα δεκάλεπτο το στριφτό σου τσιγάρο. Μπορεί να κάνει και χρόνια να συναντηθείτε. Θα έχεις αλλάξει εσύ. Μπορεί κι αυτός. Δεν θα είσαι η ίδια. Μπορεί όλη αυτή καθυστέρηση, όλη αυτή η διαδρομή να τον κάνουν να μη σε θέλει πια, να το μετανιώσει στο μεταξύ».

— «Έτσι θα έχει όλο τον χρόνο να το σκεφτεί καλά. Θα έχει πάθει και θα έχει μάθει. Θα ξέρει τι θέλει κι η επιθυμία του θα έχει δυναμώσει. Δεν είμαστε σε ηλικία για παιχνίδια εμείς. Έχουν περάσει αυτά τα χρόνια ανεπιστρεπτί. Έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι».

Ανεπιστρεπτί. Είναι μια ψεύτικη λέξη, μια δικαιολογία φτηνή, της στιγμής, όπως τα καλοκαιρινά επιδόρπια. Φθίνει μες τη ζέστη του μεσημεριού. Έκθετο δεν έχει διάρκεια: ταγγίζει το βούτυρο, αραιώνει το σιρόπι, ξινίζει το γάλα. Ξεγελά μόνο τη λιγούρα. Μια ανήθικη προς τον εαυτό μας συνθήκη, μια ανειλικρινής συγκαταβατική δικαιολογία. Τίποτε δεν είναι ανεπιστρεπτί. Συσσωρεύεται στο σβέρκο και κάθε τόσο έλασμα ξαφνικά ξεπετάγεται μπροστά σου, όπως οι βέργες που δεν υπολόγισε η ίριδα. Ανεπιστρεπτί, για εμένα είναι ο πρωινός περίπατος σε γραμμή τροφίμων ψυχιατρείου. Ο ατέρμονος κύκλος στη διάμετρο του κρατήρα ενός ηφαιστείου, ενός πηγαδιού. Πολλές υποσχέσεις, θέληση για νέα ξεκινήματα, υποσχέσεις και «τσουπ», όταν έρθει η αποφράδα στιγμή, ένα πισωγύρισμα, ένας ενδοιασμός, μια συνθηκολόγηση. Γι’ αυτό εγώ δεν ξεκινάω. Γι’ αυτό μου βάζω εμπόδια. Γι’ αυτό εκείνη πηγαινοέρχεται επισκέπτης στην προηγούμενη ιστορία.

Κράτησα τις σκέψεις για μένα. Χαμογέλασα για να καλύψω την απουσία μου, το χάσμα στην στιχομυθία. Δεν θα ψάχναμε τώρα τις αλήθειες. Εξάλλου αυτές τις γνωρίζαμε. Πήρα μια βαθιά ανάσα. Κατάπια ένα ολόκληρο γιασεμί. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Τέτοιες μέρες επιτρέπονται οι λογής – λογής ανάπαυλες και εκεχειρίες.

— «Δεν θέλω να πάθεις τίποτε. Γι’ αυτό το λέω. Καπνίζεις πολύ. Να το κόψεις ή τουλάχιστον να το μειώσεις».

— «Καλά, καλά. Να, όπως είπες. Για να τον κάνω να έρθει πιο γρήγορα κοντά μου. Το βράδυ, μανίτσα μου, όταν κοιμάμαι. Τότε αναπνέω για το υπόλοιπο της ημέρας. Έπειτα στο μετρό, στη δουλειά που απαγορεύεται. Οξυγονώνομαι. Μην ανησυχείς εσύ. Σαν τα φυτά˙ τη μέρα καπνό, τη νύχτα αέρα. Αναπνέω με το δέρμα».

— «Ξέρεις τι λένε γι’ αυτούς που καπνίζουν», της είπα για να την πειράξω. «Τους λείπει στοργή και όλο θέλουν κάτι να θηλάζουν. Θα σου πάρω πιπίλα στο τέλος. Κι αυτός που είναι να έρθει καλύτερα να μην έρθει, αν είναι να αρρωστήσεις. Πού ξέρεις; Πώς είσαι τόσο σίγουρη; Μπορεί στο τέλος να ακολουθεί μια άλλη γραμμή καπνού. Έχεις σκεφτεί αυτή την πιθανότητα; Μιας υψικαμίνου. Ενός εργοστασίου. Της Χαλυβουργικής για παράδειγμα ή των Διυλιστηρίων. Ε, θα πάει και θα κολλήσει σε κανα φράχτη, σε καμιά σιδεριά. Μπορεί να τα φτιάξει, στο τέλος με καμιά εργάτρια. Στο τέλος της βάρδιας θα τον βρει να περιμένει στην είσοδο και θα τον πάρει μαζί της», της είπα κι άναψα κι εγώ τσιγάρο.

— «Ναι αλλά ο καπνός μεταφέρει τη μυρωδιά μου. Από εκεί θα το καταλάβει. Δεν έχουμε όλοι τις ίδιες οσμές. Μεταφέρει κάτι από μέσα μας. Γιατί εσύ δεν καπνίζεις;»

Γελάσαμε. Η συζήτησή μας πήγαινε έτσι. Με εναλλαγές. Με βήματα ανέμελα. Είχαμε να βρεθούμε πάνω από 8 χρόνια. Κι όπως συμβαίνει με κάποιον που έχεις καιρό να δεις, οι αφηγήσεις είναι περιληπτικές, οι αναμνήσεις μέσα από ριζόχαρτα. Η συζήτηση πάει μόνη της, στο αυτόματο. Εξάλλου ήταν μια ηλιόλουστη μέρα από αυτές που σου μένουν τυπωμένες στο μυαλό για καιρό.

— «Εσύ, όμως, μη νοιάζεσαι. Είναι δεύτερης ποιότητας, μανίτσα μου. Δεύτερης διαλογής. Εσύ είσαι άλλο. Πρέπει να μάθεις να τα ξεχωρίζεις αυτά», γύρισε την κουβέντα και σοβάρεψε.

Εμένα μου άρεσε πολύ που με έλεγε «μανίτσα μου». Χαμογέλασα, ξεφυσώντας από τα ρουθούνια μια άρνηση.

— «Οι δεύτερης διαλογής είναι που πουλιούνται, μανάρι μου. Αχ, οι δεύτερης διαλογής είναι πιο οικονομικοί και φεύγουν πρώτοι. Ανάρπαστοι».

Δεν απάντησε μόνο ανάψαμε ταυτόχρονα κι οι δυο τσιγάρο.