Άρθρο: Σοφία Βελωτά,
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Επιμέλεια: Μαρία Σουρτζή,
Φιλόλογος


Η κατάθλιψη είναι μία ετερογενής διαταραχή η οποία επηρεάζει καθολικά την ύπαρξη του ατόμου που νοσεί, σε όλα τα επίπεδα της ζωής του. Παρότι φαίνεται ότι η κληρονομικότητα παίζει σημαντικό ρόλο στην προδιάθεση του οργανισμού να νοσήσει, το περιβάλλον είναι το καθοριστικό εκείνο μέρος που θα «βοηθήσει» στην εκδήλωσή της (Schatzber & Rothschild, 1992). Σύμφωνα με το DSM-IV, ανάλογα με τα κλινικά συμπτώματα συναντάμε συχνότερα δύο τύπους καταθλιπτικών ατόμων, τον μελαγχολικό (αυτόν που νιώθει έλλειψη ευχαρίστησης, ανορεξία, συναίσθημα ενοχής, διέγερση ή επιβράδυνση κτλ.) και τον ψυχωτικό (αυτόν που νιώθει παραληρηματικές ιδέες ή/ και ψευδαισθήσεις κυρίως σύντομες ως προς το συναίσθημα). Τι εννοούμε όμως με τον όρο κατάθλιψη;

Με τον όρο κατάθλιψη εννοούμε την ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων καταθλιπτικών επεισοδίων τα οποία έχουν διάρκεια λίγων ημερών ή και εβδομάδων και δύναται να παρουσιαστούν ξαφνικά από μία έντονα δυσάρεστη εμπειρία ζωής (θάνατος, διαζύγιο, κτλ.), συνοδευόμενα τόσο από δυσάρεστα ψυχικά φαινόμενα (ευερεθιστότητα, φοβίες, ανηδονία, θλίψη, πανικό, αναξιότητα κτλ.), όσο και σωματικά συμπτώματα, δηλαδή πόνους σε διάφορες περιοχές τους σώματος. Η μείζων κατάθλιψη διαφέρει από την καταθλιπτική διάθεση τόσο στη διάρκεια, όσο και στην ένταση και την επανάληψη των ανωτέρω συμπτωμάτων (Μάνου, 1997).

Οι μελέτες δείχνουν ότι η κατάθλιψη σε βάθος χρόνου, μπορεί να προκαλέσει κάκωση, φλεγμονή και νέκρωση των εγκεφαλικών κυττάρων, λόγω της μειωμένης παροχής οξυγόνου στο σώμα. Επίσης, παρουσιάζει μειωμένη λειτουργία νευροδιαβιβαστών, όπως η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη και η οξυτακίνη, γεγονός που οδηγεί στη δημιουργία γνωστικών ελλειμμάτων, λόγω της δυσλειτουργίας μερών του εγκεφάλου όπως του ιππόκαμπου, του θαλάμου, της αμυγδαλής, του προμετωπιαίου λοβού και του προμετωπιαίου φλοιού, ιδιαίτερα μιας περιοχής που ονομάζεται υπογονάτια περιοχή της έλικας του προσαγωγίου (Soares and Mann, 1997).

Άτομα με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή έχουν έντονες συμπεριφορικές και συναισθηματικές μεταβολές λόγω αυξημένης δραστηριότητας της αμυγδαλής. Ως τέτοιες ορίζονται η υπερφαγία ή η ανορεξία, η υπερσεξουαλικότητα ή η ανηδονία, η επιθετικότητα και το άγχος ή η παθητικότητα και η έκπληξη  (Yudofsky & Hales, 2002 – 03).  Σύμφωνα με τον Aggleton (1992), η αμυγδαλή είναι το σημείο εκείνο του εγκεφάλου όπου αποθηκεύεται στην μνήμη ο εξαρτημένος φόβος. Αυτό εξηγεί την έκπληξη του ασθενή και την μειωμένη ή άλογη αντίδρασή του σε ένα γεγονός το οποίο θα αντιμετωπιζόταν με έλεγχο των συναισθημάτων – αντιδράσεων από ένα άτομο χωρίς την συγκεκριμένη διαταραχή.

Λόγω της διαφοροποίησης της αντίδρασης με ψυχωτικά φαινόμενα, οι Schatzber & Rothschild (1992), πρότειναν την διαφοροποίηση της ψυχωτικής κατάθλιψης από την μελαγχολική κατάθλιψη στο DSM-IV.

Οι Tang et al (2007), θεωρούν πως ο μειωμένος όγκος της αμυγδαλής, θα μπορούσε να είναι πρώιμη ένδειξη για την πορεία της ασθένειας, χωρίς όμως τον συνδυασμό φαρμάκων, χωρίς δηλαδή οι μετρήσεις να γίνονται ενόσω το άτομο βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή.

Οι γυναίκες έχουν την διπλάσια πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης απ’ ό,τι οι άντρες και αυτό ενδεχομένως οφείλεται τόσο σε κοινωνικούς παράγοντες (όροι αξίας για τον γάμο, την μητρότητα, την συγκατάβαση, κακοποίηση, κ. ά.), όσο και σε ορμονικούς παράγοντες (λοχεία, προεμμυνορρυσική/εμμυνοπαυσιακή περίοδο κ. ά.)  (Ancibure et al, 2018).

Η σοβαρότητα των βλαβών στον εγκέφαλο και κατά συνέπεια των γνωστικών ελλειμμάτων, εξαρτάται από την διάρκεια και την σοβαρότητα του επεισοδίου.

Για την εκτίμηση των γνωστικών ελλειμμάτων που αναφέρονται κατωτέρω, διενεργείται μια σειρά νευροψυχολογικών εξετάσεων σταθμισμένων στον πληθυσμό, που λαμβάνει χώρα η εξέταση και το αποτέλεσμα θα πρέπει να έχει απόκλιση 2 μονάδες από τον γενικό μέσο όρο. Ωστόσο, με την υποχώρηση της ασθένειας, υποχωρούν και τα συμπτώματα και δύναται να εξαφανισθούν.

 

A) Δυσκολίες στην προσοχή και τη συγκέντρωση

Οι καταθλιπτικοί ασθενείς με ψυχωσικά χαρακτηριστικά (ιστορικό μείζονος κατάθλιψης και μανίας) αδυνατούν να συγκεντρωθούν και να διατηρήσουν την προσοχή τους, περισσότερο και από τους ασθενείς με σχιζοφρένεια (Jeste & Friedman, 2010). Γενικά τα καταθλιπτικά άτομα έχουν αδυναμία στην συγκέντρωση και την προσοχή λόγω της μειωμένης λειτουργικότητας του πλάγιου οπίσθιου προμετωπιαίου φλοιού (Schatzberg et al, 1987), δεδομένου ότι ως διατηρούμενη προσοχή νοείται η συγκέντρωση ενός ατόμου για τουλάχιστον τρία λεπτά. Ακόμη η μειωμένη λειτουργικότητα της αμυγδαλής η οποία επηρεάζει το συναίσθημα και τη διάθεση, οδηγεί τα άτομα σε μια αρνητική ερμηνεία των γεγονότων ως χειρότερα από ό,τι είναι πραγματικά, με αποτέλεσμα μια καταστροφική αντίδραση, αυτοκατηγορία και αισθήματα αποτυχίας (Aggleton, 1992).

 

Β) Δυσκολίες με τη μνήμη

Οι ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη παρουσιάζουν προβλήματα στη μνήμη λόγω της μειωμένης λειτουργικότητας του ιππόκαμπου. Οι έρευνες πάνω στον ιππόκαμπο είναι εκτενείς. Η μετα-ανάλυση των Campbell et al (2004), αναφέρει μειωμένο όγκο του δεξιού και αριστερού ιππόκαμπου με αναλογία 10% και 8% αντίστοιχα, των Sheline et al (1996) μειωμένο όγκο άμφω, των Steffens et al (2000) μειωμένο όγκο δεξιά και των Neumeister et al (2005) μειωμένο όγκο του οπίσθιου τμήματος. Παρότι υπάρχει πολυγνωμία με αντικρουόμενα αποτελέσματα, το αποδεκτό γεγονός είναι ότι η δυσλειτουργία του ιππόκαμπου οδηγεί στη δυσκολία καταγραφής της πληροφορίας, αποθήκευσης και ανάκλησής της. Αυτό μπορεί εν δυνάμει να οφείλεται στις δυσκολίες προσοχής που αναφέρεται και πιο πάνω. Παρότι όμως φαίνεται να παρουσιάζονται μεγαλύτερα προσκόμματα στις δοκιμασίες μνήμης που απαιτεί η ανάκληση της πληροφορίας, φαίνεται να μην παρουσιάζονται τόσα προσκόμματα στις δοκιμασίες που αφορούν τις οπτικοχωρητικές και οπτικοαντιληπτικές λειτουργίες (Yudofsky & Hales, 2002).

 

Γ) Μειωμένη δυνατότητα λήψης αποφάσεων και εκτέλεσης πράξεων

Η ηλικία φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην ψυχοκινητική επιβράδυνση (σκέψη, λόγος, κίνηση) και είναι ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα της ασθένειας. Παρουσιάζεται κυρίως σε μεγαλύτερους ηλικιακά ασθενείς και λιγότερο σε νέους ασθενείς (Ancibure et al, 2018).

Έρευνα των Schaakxs et al (2018), αναφέρει ότι οι ηλικιωμένοι (κυρίως οι άγαμοι, διαζευγμένοι ή χήροι) λόγω των βιολογικών παραγόντων (ασθένειες)  σε συνδυασμό με τα διάφορα ψυχοκοινωνικά στρεσογόνα γεγονότα  που συνοδεύουν την ηλικία (απώλειες, θέματα υγείας, συσσωρευμένη λύπη, μειωμένες κοινωνικές επαφές / απομόνωση, κτλ.),  έχουν ιδιαιτέρως περισσότερες πιθανότητες για  μείζονα κατάθλιψη.

 

Δ) Δυσκολίες στην εκτελεστική λειτουργία

Οι εκτελεστικές λειτουργίες, οι οποίες άπτονται της λειτουργικότητας του  προμετωπιαίου φλοιού, είναι οι ανώτατες γνωστικές λειτουργίες που επιτρέπουν στο άτομο να επιτυγχάνει στόχους μέσω της αξιολόγησης, της εναλλακτικής σκέψης και της γνωστικής ευελιξίας. Τα άτομα με μείζονα κατάθλιψη φαίνεται να δυσκολεύονται τόσο σε ό,τι αφορά τα θέματα χρόνου, όσο και στην αυτορρύθμιση της συμπεριφοράς και της χρήσης αρνητικής ανατροφοδότησης ώστε να βελτιώσουν την εκτελεστική λειτουργία τους στις δοκιμασίες. Η έλλειψη της γνωστικής ευελιξίας φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με υποτροπές, επανεμφάνιση και υπολειμματικά συμπτώματα της ασθένειας (Drevets et al, 1997; Lezak et al, 2012; Moser et al, 2006).

 

Επίλογος

Μία αναζήτηση σε οποιαδήποτε βιβλιογραφία αλλά και σε οποιαδήποτε αξιόπιστη σελίδα στο διαδίκτυο που ασχολείται με την κατάθλιψη, μπορεί να μας διαφωτίσει αφενός στο ότι η κατάθλιψη είναι η μάστιγα της εποχής, αφετέρου ότι  με την πάροδο των χρόνων ο επιπολασμός έχει ανησυχητικούς ρυθμούς.

Αυτό που έχει αξία να σκεφτούμε είναι πως, πριν το άτομο οδηγηθεί στην μείζονα κατάθλιψη, η οποία είναι ψυχική διαταραχή με τις διακριτές πλέον παθολογικές συνέπειες που είδαμε ανωτέρω, περνάει από κάποια άλλα ψυχικά στάδια (θλίψη, άγχος κτλ.) που χρειάζονται φροντίδα με σκοπό την ύφεση των συμπτωμάτων και την αποφυγή των αποτελεσμάτων της ασθένειας.

Όπως αναφέρει ο Rogers (1959), το κάθε άτομο, έχει μια συγκεκριμένη αυτοεικόνα η οποία πολλές φορές έρχεται σε σύγκρουση με την προσλαμβάνουσα εμπειρία, με αποτέλεσμα την δημιουργία ευαλωτότητας και την ανάδυση μηχανισμών άμυνας που δύναται να οδηγήσουν το άτομο σε μια ψυχοπαθολογική συμπεριφορά.

Μέσα από την προσωποκεντρική προσέγγιση προτείνει έξι απαραίτητες και ικανές θεραπευτικές συνθήκες που συμβάλλουν στη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης, ζεστασιάς, αμοιβαιότητας και ασφάλειας στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης, προκειμένου να διευκολύνουν τις διαδικασίες του πελάτη για αυτοπραγμάτωση, αυτογνωσία και επίλυση των ζητημάτων του, είτε αυτά είναι βαθύτερα υπαρξιακά είτε καθημερινής φύσεως.

Ομοίως οι Campbell et al (2013), μέσα από μία εκτενή μελέτη για την προσφορά της ψυχοθεραπείας στο εν λόγω θέμα, καταλήγουν ότι η αυτεπίγνωση, η αυτοανάπτυξη και η αυτοπραγμάτωση είναι τα κλειδιά για μια ευτυχέστερη ύπαρξη και αυτό συντελείται αποτελεσματικά μέσα από την διαδικασία της ψυχοθεραπείας.

Συνηγορώντας με την άποψη των ανωτέρω και από την προσωπική μου εμπειρία μέσα από την συμβουλευτική, θα έλεγα ότι η ευτυχία είναι θέμα επιλογής και η επιλογή στην δυσφορία είναι μία: η προσωπική ανάπτυξη.

 


Βιβλιογραφικές αναφορές:

Aggleton, J. P. (1992). The Amygdala: Neurobiological aspects of emotion, memory, and mental dysfunction. New York: Wiley-Liss.

Ancibure, A., Ancibure, G. M., Sauret, J. M. (2018). Κατάθλιψη, Αθήνα: ΝΟΒΟΛΙ.

Campbell, L. F., Norcross, J. C., Vasquez, M. J., Kaslow N. J. (2013). Recognition of psychotherapy effectiveness: the APA resolution. American Psychology Association – Psychotherapy, 50 (1), pp. 98-101.

Campbell, S., Mariott, M., Nahmias, S., MacQuenn, G.M. (2004). Lower hippocampal volume in patients suffering from depression: a meta-analysis. The American Journal of Psychiatry, 161 (4), pp. 598-607.

Drevets, W. C., Price, J. L., Simpson, J. R. et al., Todd, R. D., Reich, T., Vannier, M., Raichle, M. (1997). Subgenual prefrontal cortex abnormalities in mood disorders, Nature 386, pp. 824-827.

Hales, R. E. & Yudofsky, C. S. (2002). Textbook of Clinical Psychiatry, 4th edition. Washington, DC: The American Psychiatric Publishing Inc.

Jeste, D.V., Friedman, J.H. (2010). Psychiatry for Neurologists (Current Clinical Neurology), 2nd edition, NY: Humana Press

Lezak, M. D., Howieson, D. B., Bigler E. D., Tranel, D. (2012). Neuropsychological Assessment, 5th Edition. UK: Oxford University Press.

Μάνου, Ν. (1997). Βασικά στοιχεία κλινικής ψυχιατρικής. Αθήνα: University Studio Press.

Moser, C., Krieg, J. C., Zihl, J.& Lautenbacher, S. (2006). Attention and memory deficits in schizophrenia. The role of symptoms in depression. Cognitive Behavioral Neurology, 19 (3), pp. 150-156.

Neumeister, A., Wood, S., Bonne, O., Nugent, A. C., Luckenbaugh, D. A., Young, T., Bain, E. E., Charney, D. S., Drevets, W. C. (2005). Reduced hippocampal volume in unmedicated, remitted patients with major depression versus control subjects. Biological Psychiatry, 57 (8), pp. 935-937.

Rogers, C. (1959). A theory of therapy, personality and interpersonal relationships: As Developed in the Client-centered Framework In S. Koch (Ed.). Psychology: A Study of a Science (Vol. 3). New York: Εκδόσεις ΜcGraw-Hill.

Schaakxs, R., Comijs, H. C., Lamers, F., Mok, R. M., Beekman, A. T. F., Penninx, B. W. J. H. (2018). Associations between age and the course of major depressive disorder: a 2-year longitudinal cohort study. The Lancet Psychiatry, 5 (7), pp. 581-590.

Schatzberg, A. F., Rothschild, A. F., Langlais, P. J. Schildkraut, J. J., Cole, J. O. (1987), Psychotic and nonpsychotic depressions: II. Platelet MAO activity, plasma catecholamines, cortisol, and specific symptoms. Psychiatry Research (2), pp. 155-164.

Schatzberg, A. F., Rothschild, A. J. (1992). Psychotic (delusional) major depression: should it be included as a distinct syndrome in DSM-IV. The American Journal of Psychiatry, 149 (6), pp. 733-745.

Sheline, Y. I,, Wang, P. W., Gado, M. H., Csernansky, J. G., Vannier, M. W. (1996). Hippocampal atrophy in recurrent major depression. Proceedings of the National academy of Sciences of the USA, 93 (9), pp. 3908-3913.

Soares, J.C. & Mann, J.J. (1997). The anatomy of mood disorders–review of structural neuroimaging studies. Biol Psychiatry, 41 (1), pp. 86-106.

Tang, Y., Wang, F. Xie, G, Liu, J., Li, L. (2007). Reduced ventral anterior cingulate and amygdala volumes in medication-naïve females with major depressive disorder-a voxel based morphometric magnetic resonance imaging study. Psychiatry research:  Neuroimaging, 156, pp. 83-86.

Yudofsky, C.S & Hales, R.E., Essentials of Neuropsychiatry and Clinical Neurosciences, 3rd edition. Washington, DC: The American Psychiatric Publishing Inc.