Άρθρο: Γεώργιος Φραγκάκης
Ψυχολόγος – Προσωποκεντρικός Ψυχοθεραπευτής


Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από τη βαθειά τους ανάγκη για συντροφικότητα. Αρκετές φορές στη ζωή τους έρχεται μια στιγμή που συμβαίνει να βυθίζονται σε απόγνωση και ταραχή. Άλυτα προβλήματα, δυσκολίες, αποτυχίες προκαλούν αρνητικά συναισθήματα, τους κάνουν να εγκλωβίζονται σε ένα φαύλο κύκλο ή να κατακλύζονται συχνά από απελπισία για κάποια χρονική περίοδο και να νιώθουν ανάξιοι. Σε αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις είναι που αποζητούν τους ανθρώπους εκείνους που θα έχουν τη δύναμη να σταθούν δίπλα τους με αγάπη και νιώσιμο. Δεν αρκεί όμως απλά η δική τους παρουσία κοντά τους, πρέπει να είναι και σε θέση ώστε να μπορούν να τους εμψυχώσουν με τέτοιον τρόπο που να τους βοηθήσει να «αναπνεύσουν» για λίγο αλλά και να βρουν το κουράγιο να «δραπετεύσουν» τελικά από το χάος των συναισθημάτων τους. Άτομα που θα είναι σε θέση να ακούσουν με υπομονή αυτά που πρέπει να ειπωθούν, να κατανοήσουν καλύτερα από όσο και οι ίδιοι ακόμα αντιλαμβάνονται. Άτομα που να στέκονται στο πλευρό τους τόσο ενδοτικά που θαρρείς πως το βίωμα μοιράζεται ανάμεσά τους.

Κάπως έτσι και με την ελπίδα αυτή, στρέφονται στους συντρόφους τους κάποιες φορές για να ακούσουν συμβουλές ή απλά για να τους πάρουν μια ζεστή αγκαλιά που τόσο έχουν ανάγκη. Στις ερωτικές σχέσεις, το να μπορεί κάποιος να στραφεί στο σύντροφό του και να ζητήσει την πολύτιμη υποστήριξή του στη διάρκεια ταραγμένων περιόδων, εδώ και καιρό θεωρείται θεμελιώδες εργαλείο για μια λειτουργική σχέση. Το να γνωρίζεις ότι μπορείς ανά πάσα στιγμή να ζητήσεις χωρίς ενδοιασμούς από τον δικό σου άνθρωπο να σε στηρίξει στις δύσκολες στιγμές που μπορεί να βρεθείς παρέχει πολλές σημαντικές πληροφορίες για την ερωτική σου σχέση. Ο υποστηρικτικός σύντροφος δρα με αξιοπιστία προς το δικό σου συμφέρον, αποδεικνύει ότι νοιάζεται για σένα, έχει ενσυναίσθηση, σε καταλαβαίνει τόσο καλά ώστε να γνωρίζει ότι έχεις ανάγκη υποστήριξης και ανταποκρίνεται άμεσα στα σήματα απελπισίας που εκπέμπεις.

Η κοινωνική υποστήριξη στις ερωτικές σχέσεις εδράζεται σε δύο πολύ σημαντικές ανάγκες που συνδέονται με τους δεσμούς των ανθρώπων. Πρώτον, οι ερωτικοί μας σύντροφοί να είναι ικανοί να δημιουργούν ένα ασφαλές και ανακουφιστικό περιβάλλον, όντας αυτοί στους οποίους στρεφόμαστε για προστασία και παρηγοριά όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Δεύτερον, να είναι σε θέση να μας προσφέρουν μια ασφαλή βάση, παρέχοντάς μας την ενθάρρυνση εκείνη που χρειαζόμαστε και την αυτοπεποίθηση που απαιτείται για να δοκιμάσουμε νέα πράγματα που εμείς βρίσκουμε απειλητικά ή εκφοβιστικά. Οι σύντροφοί μας γίνονται τότε το ασφαλές μας καταφύγιο σε ταραγμένους καιρούς αλλά και μας παρέχουν την ασφάλεια και την αυτοπεποίθηση που είναι αναγκαίες για να αντιμετωπίσουμε τις νέες προκλήσεις με την υποστηρικτική συμπεριφορά τους. Πράγματι, κάποιες έρευνες δείχνουν ότι ακόμα απλά και μόνο το να σκέφτεσαι τον σύντροφό σου, αυτό μπορεί να σου προσφέρει αυτή την αίσθηση ασφάλειας και σιγουριάς που έχεις ανάγκη όταν αντιμετωπίζεις δύσκολες καταστάσεις. Όμως, μπορεί απλά και μόνο η παρουσία του συντρόφου σου να λειτουργεί το ίδιο υποστηρικτικά;

Οι Kane, McCall, Collins και Blascovich (2012), προκειμένου να διερευνήσουν το παραπάνω ερώτημα και να δώσουν πειστικές απαντήσεις, το αντιμετώπισαν με ένα δημιουργικό πείραμα εικονικής πραγματικότητας, στο οποίο συμμετείχαν 131 ζευγάρια. Οι σύντροφοι αρχικά μοιράστηκαν σε ξεχωριστά δωμάτια για να συμμετάσχουν σε μία τρομακτική άσκηση εικονικής «αναρρίχησης σε βράχο», στη διάρκεια της οποίας, ο ένας σύντροφος, κατόπιν τυχαίας επιλογής, έπρεπε να αναρριχηθεί σε ένα βράχο ενώ ο άλλος καθόταν κοντά του παρακολουθώντας τον. Στην πραγματικότητα, μόνον αυτός που επιλεγόταν τυχαία να αναρριχηθεί, δρούσε στο εικονικό εκείνο περιβάλλον. Στη συνέχεια, οι ερευνητές αντικατέστησαν τον σύντροφο του αναρριχητή με ένα ψεύτικο «άβαταρ», που τους επέτρεπε να ελέγχουν (δηλαδή να χειρίζονται) τη συμπεριφορά του εικονικού «συντρόφου». Αυτό το σχέδιο έδωσε τη δυνατότητα στους ερευνητές να δημιουργήσουν τρία σενάρια: Στο πρώτο, ο «σύντροφος» φαινόταν να προσέχει και να ανταποκρίνεται κοιτώντας τον αναρριχητή ενώ εκείνος ανέβαινε το βράχο και ταυτόχρονα χειροκροτούσε και τον χαιρετούσε κουνώντας του τα χέρια. Στο δεύτερο σενάριο, ο «σύντροφος» ήταν παρών αλλά δεν ανταποκρινόταν, κοιτώντας άλλα κοντινά αντικείμενα και δεν επικοινωνούσε με τον αναρριχητή. Τέλος, στο τρίτο (δηλαδή στην ομάδα σύγκρισης) οι συμμετέχοντες απλώς ανέβαιναν το βράχο μόνοι τους.

Οι ερευνητές ήθελαν να δουν πόσο διαφέρουν οι «υποστηρικτικές εμπειρίες» ανάμεσα στα τρία σενάρια. Αυτό μετρήθηκε με αρκετούς τρόπους. Αρχικά, καταχώρησαν για πόσο χρόνο οι συμμετέχοντες κοιτούσαν τους συντρόφους τους για να τους εμψυχώσουν και να τους κάνουν να νιώσουν ασφαλείς στη διάρκεια της αναρρίχησης. Κατόπιν, τους ρώτησαν τους πόσο αγχωτική βρήκαν την άσκηση και (για εκείνους με παρόντα τον σύντροφο) αν ένιωθαν ότι αυτός ενδιαφερόταν για εκείνους και τους μετέδιδε την αίσθηση της ασφάλειας. Επίσης, οι ερευνητές ήθελαν να εξετάσουν την πιθανή επίδραση των σεναρίων στις σχέσεις και έτσι ζήτησαν από τα ζευγάρια να συμμετάσχουν σε μια επόμενη συμπληρωματική εικονική άσκηση κατά την οποία οι αναρριχητές βάδιζαν προς τους συντρόφους τους και διάβαζαν έναν αριθμό που υπήρχε γραμμένος στη πλάτη εκείνων, ενώ κατόπιν επέστρεφαν στην αρχική τους θέση και ανέφεραν εκείνον τον αριθμό. Αυτό που πραγματικά μετρούσαν ήταν πόσο μεγάλη απόσταση έβαζαν οι συμμετέχοντες μεταξύ του εαυτού τους και του συντρόφου τους (είναι αυτό που οι ερευνητές ονομάζουν έμμεση μέτρηση).

Τα ευρήματα έριξαν αρκετό φως στο τι σημαίνει «είμαι εδώ». Μόνο οι αναρριχητές που είχαν σύντροφο που έδειχνε να ανταποκρίνεται αισθάνθηκαν πραγματική υποστήριξη. Αυτοί οι συμμετέχοντες βρήκαν λιγότερο αγχωτική τη διαδικασία της άσκησης, ένιωσαν πιο ασφαλείς και ξόδεψαν λιγότερο χρόνο κοιτώντας το σύντροφό τους για ενθάρρυνση και ασφάλεια. Στο μεταξύ, αυτοί που είχαν έναν σύντροφο που δεν ανταποκρινόταν, βρήκαν την άσκηση τόσο αγχωτική σαν να έκαναν την αναρρίχηση μόνοι τους. Επιπλέον, οι τελευταίοι, αισθάνονταν να απολαμβάνουν λιγότερης φροντίδας από εκείνους που συμμετείχαν στα δύο άλλα σενάρια και ήταν πιθανότερο να δημιουργούν μεγαλύτερη απόσταση από τους συντρόφους τους κατά την επακόλουθη αυτή άσκηση που έλαβαν μέρος. Σαφέστατα δε, δεν εντυπωσιάστηκαν ιδιαίτερα από την παρουσία του συντρόφου τους.

Συνεπώς, φαίνεται ότι όφελος προκύπτει μόνον όταν ο σύντροφος που «είναι παρών» ανταποκρίνεται πραγματικά. Χωρίς αληθινή ανταπόκριση, η παρουσία του μπορεί να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Φαίνεται δε πως υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του να «είσαι τυπικά παρών» για τον σύντροφό σου (δηλαδή να είσαι στον ίδιο χώρο) και του να «είσαι πραγματικά παρών» -δηλαδή να του προσφέρεις ενεργή υποστήριξη αλλά και την αίσθηση ασφάλειας και σιγουριάς που κάνουν λίγο πιό εύκολη την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής.

Τελικά, πιστεύω ακράδαντα ότι όταν ο καθένας μας «συνοδεύεται» ουσιαστικά στο ταξίδι της ζωής του, σε όποια αρνητική ψυχολογική κατάσταση και αν υποπέσει κάποια στιγμή και χάσει την ισορροπία του και ανεξάρτητα από τον εξωτερικό παράγοντα που συμβάλλει σε αυτή του την «περιπέτεια», μπορεί να την ξεπεράσει πολύ πιο εύκολα. Η αγάπη και η συντροφικότητα χαλαρώνει τη πίεση που νιώθει και τον κάνει να βγάλει, δίχως ενοχές, όλα τα αισθήματα του φόβου, της απελπισίας και της σύγχισης που τον κατακλύζουν και αποτελούν μέρος της εμπειρίας του. Είναι σαν αυτή η διαδικασία από μόνη της, αυτός ο τρόπος να συμπορεύονται οι άνθρωποι μεταξύ τους, να τους επιτρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται παρέα τον κόσμο γύρω τους με μια νέα ματιά που τους κάνει να συνεχίζουν όμορφα τη διαδρομή τους. Άλλωστε, είναι πράγματι εκπληκτικό πως θέματα που φαίνονται προς στιγμή άλυτα επιλύονται όταν αντιμετωπίζονται παρέα μόνο και μόνο γιατί κάποιος έχει τη δύναμη να ακούει και να στηρίζει τον άλλον και πως η σύγχιση που συσκοτίζει τον νου δίνει τη θέση της σε σχετικά σαφή δεδομένα όταν κάποιος ακούγεται με υπομονή και αγάπη.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Kane, H. S., McCall, C., Collins, N. L., & Blascovich, J. (2012). Mere presence is not enough: Responsive support in a virtual world. Journal of Experimental Social Psychology, 48(1), 37-44.