Συνέντευξη: Παναγιώτα Καραγιάννη


Ψαχνοντας τα ράφια ενός βιβλιοπωλείου στην Αθήνα, χαζεύοντας τίτλους διαφόρων μυθιστορημάτων, το βλέμμα μου έπεσε πάνω στο τελευταίο βιβλίο της συγγραφέας Βάσως Δενδροπούλου, με τίτλο “Περιμένοντας τη Νύχτα“… Ιδού η ευκαιρία για μια πρώτη συνέντευξη!!

Γεννημένη το 1958 με δύο πλέον κόρες. Από τον ιδιωτικό τομέα στην πυροσβεστική για πολλά χρόνια, και από την τελευταία στην μεγάλη της αγάπη: τη συγγραφή και τα βιβλία! Λάτρης της μυθολογίας, της ψυχολογίας και ό,τι σχετίζεται με τον άνθρωπο,προσεγγίζει τους ήρωες της των βιβλίων της με αγάπη και καθαρή πένα. Έργα της, το ”Η Μεγάλη Διάσωση” και το “Περιμένοντας τη Νύχτα”.


Διαβάζοντας το βιογραφικό σας, εντυπωσιάστηκα τόσο από την παλαιότερη εργασία σας, στο σώμα της πυροσβεστικής, όσο και για την συγγραφική σας πορεία που χρονικά μπορεί να είναι μικρή (μόλις 4 χρόνια επίσημα) αλλά πολύ σημαντική και ενδιαφέρουσα, όσο και εγώ την έχω παρακολουθήσει προσωπικά.

Καταρχάς, πως ήταν η εμπειρία σας στη δουλειά σας στο σώμα της πυροσβεστικής και κατά πόσο επρόκειτο για μια δύσκολη δουλεία για μια γυναίκα (καθότι ως επί τω πλείστων ανδροκρατούμενο επάγγελμα);

Β. Δ.: Τα βιβλία μου “Η Μεγάλη Διάσωση” και το “Περιμένοντας τη νύχτα”, προέκυψαν τα τέσσερα τελευταία χρόνια, η συγγραφή τους, ωστόσο, νοερά είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν.

Σε ότι αφορά στην εμπειρία μου, σαν εργαζόμενη στην πυροσβεστική, υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τη ζωή μου. Είναι ένα επάγγελμα, το οποίο εκτός από εκπαίδευση-τεχνογνωσία-εμπειρία-άριστη φυσική κατάσταση, απαιτεί ψυχή. Και τόσο οι πυροσβέστες όσο και οι πυροσβέστριες, εκτός από τα προαναφερόμενα, είναι άνθρωποι ψυχωμένοι. Οι γυναίκες μετέχουν σ΄ αυτό το λειτούργημα, εξίσου αποτελεσματικά όσο οι άντρες συνάδελφοί τους. Άλλωστε και τ΄ αγωνίσματα στα οποία καλούνται ν΄ ανταπεξέλθουν κατά την εισαγωγή τους στο Σώμα, δεν κάνουν διακρίσεις στο φύλο. Σ΄ αυτό το επάγγελμα όπου η ζωή του ενός εξαρτάται από τον άλλον, σημασία έχει η γνώση κι η υπευθυνότητα κι όχι το φύλο.

Πώς πήρατε την απόφαση να ασχοληθείτε με την συγγραφή μυθιστορηματικών βιβλίων; Υπήρξε κάποια προσωπική αφορμή από κάποιο συμβάν ή ήταν πάντα ένα όνειρο ζωής;

Β.Δ.: Αφορμή για την “Μεγάλη Διάσωση”, υπήρξαν οι προσλαμβάνουσες που είχα σα εργαζόμενη στην πυροσβεστική. Ο καμβάς, όμως, πάνω στον οποίο σχεδίασα τα βιβλία, είχε στηθεί πολλά χρόνια πριν. Η βαθειά αγάπη μου για το συγκεκριμένο εκφραστικό μέσο τη γραφή, οι κόσμοι που ανοίγονταν από την παιδική ακόμα ηλικία μετά από κάθε ανάγνωση βιβλίου, η μαγεία των λέξεων που κάποτε κάνουν ένα χιλιοειπωμένο θέμα να φαίνεται και να είναι καινούργιο, ήταν νομίζω οι αιτίες για τις οποίες άρχισα να γράφω. Κι οι λεξεις ήταν εκείνες που οδήγησαν όλα εκείνα τα σημαντικά που ήταν άξια να ειπωθούν έξω από το λαβύρινθο του νου. Ήταν, επίσης, η βαθύτερη ανάγκη μου να επικοινωνήσω συναισθήματα και ένα βιβλίο είναι πάντα το καλύτερο στέκι για να συναντηθούμε άγνωστοι μα συμβατοί άνθρωποι μεταξύ μας.

Από μικρή σας έλκυε η ποίηση, όπως έχετε αναφέρει. Έχετε προσπαθήσει ή έστω σκεφτεί να ασχοληθείτε με την ποίηση, επίσης; Υπήρξε κάποιος αγαπημένος σας ποιητής ή λογοτέχνης που να σας εμπνέει μέσα από τη ζωή και το έργο του στο δικό σας συγγραφικό έργo;

Β.Δ.: Η ποίηση οδηγεί στον πυρήνα της αλήθειας. Αυτή είναι και η δική μου κατεύθυνση, αλλά στην πορεία μένουν πολλά ακόμα για να παρατηρηθούν. Πιστεύω, επίσης, πως άν το μυθιστόρημα χτίζεται με μεθοδική και επίμονη δουλειά, τον τελικό λόγο στην ποίηση τον έχει η μούσα και δεν ξέρω άν στην πορεία θα τύχω της εύνοιάς της. Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, είναι πολλοί οι συγγραφείς που “μιλούν” μέσα από τα γραπτά μου. Ο Χέρμαν Μπρόχ, ωστόσο, ο οποίος σπούδασε και άρχισε ταυτόχρονα να γράφει μετά τα σαράντα, αποτελεί πηγή έμπνευσης για μένα. Όχι μόνο για τη ζωή του, αλλά και για το έργο του που διακρίνεται για τη βαθύτητα και συνάμα την εγγύτητα του αναγνώστη με τους ήρωές του.

Στο τελευταίο βιβλίο σας και τη δεύτερη συγγραφική σας επιτυχία, με τίτλο “Περιμένοντας τη Νύχτα”, αφηγείστε “τη ζωή πολυτάραχη προσωπική ιστορία μιας νέας κοπέλας, της Ελευθερίας, και τα ιδιαίτερα νήματα του ψυχισμού της, τα οποία διαμορφώνονται και υφαίνονται σταδιακά μεταξύ τους μέσα απο μια σταθερή αλληλεπίδραση δύο δυνάμεων: τη δύναμη της εσωτερικής της ζωτικότητας και των αισθήσεων” όπως αναφέρεται στην περίληψη του έργου σας.

Πώς εμπνευστήκατε το θέμα του βιβλίου;

Β. Δ.: Η ηρωίδα του μυθιστορήματος “Περιμένοντας τη νύχτα”, βρίσκεται υπό την επίδραση δυο δυνάμεων της εσωτερικής της ζωτικότητας και των αισθήσεων από τη μια, και των εξωτερικών καταστάσεων δηλ. της μοίρας από την άλλη. Πηγή έμπνευσής μου, υπήρξε μια μόνο στιγμή από τη συνάντησή μου με μια γυναίκα, την Ευγενία, η οποία ήταν σχιζοφρενής, όταν μπροστά σ΄ ένα φτηνό αντίγραφο των ηλιοτρόπιων του Βαν Γκογκ, επαναλάμβανε συνεπερμένη τη λέξη “προοπτική”. Το βιβλίο δεν αφορά στη ζωή της, παρόλο που το ήθελε, είναι μυθοπλασία εξ΄ολοκλήρου, καθώς ήθελα μέσα απ΄ αυτό να την “σώσω” από τους δαίμονές της και να της δώσω προοπτική. Γι΄ αυτό και το βιβλίο το αφιέρωσα στην Ευγενία.

Aπό προσωπική ανάγνωση του δεύτερου βιβλίου σας, παρατηρώ την φύση και την επαρχιώτικη ζωή, ιδίως στην αρχή, ως το βασικό πλάνο στα συμβάντα. Ποία η σχέση σας με τη φύση και πως την εντοπίζεται σε σχέση με το σύγχρονο άνθρωπο; (η Ελευθερία ως ενήλικη στη ζωή της πόλης πια).

Β. Δ.: Η ιστορία στο πρώτο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται σ΄ ένα ελληνικό νησί τη δεκαετία του ΄50. Το νησί είναι ολοζώντανο κι ο ρόλος της φύσης πλαισιώνει και κάποτε ολοκληρώνει τη δράση των ηρώων. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, όταν η ηρωίδα έρχεται στην Αθήνα, την απομαγεμένη πόλη, η φύση παύει να της μιλά. Στην κυτταρική της μνήμη, βέβαια, αυτή η επαφή δεν λησμονήθηκε ποτέ κι όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν δραματικά, κάποιες ρωγμές άφηναν να φανούν εικόνες από το παρελθόν της, θυμίζοντάς της τη δυνατότητα να επιστρέψει. Το ότι η ίδια είμαι παιδί της πόλης, μεγεθύνει την, έστω περιστασιακή, επαφή μου με τη φύση και τη διαδραστική σχέση μαζί της.

Η περιγραφές τόσο των τοπίων, όπως προανέφερα,όπως και των συναισθημάτων είναι γλαφυρή και πολύ έντονη. Εσείς, που στηρίζεται την ένταση της περιγραφής και τι ακριβώς επιθυμείτε να ‘’περάσετε’’ στον αναγνώστη μέσω αυτής;

Β. Δ.: Η περιγραφή των τοπίων και των συναισθημάτων είναι γλαφυρή και έντονη, γιατί οι άνθρωποι, ιδιαίτερα της φύσης, είχαν άμεση επαφή με το συναίσθημά τους, εκείνη την εποχή. Μπορούσαν “ν΄ αντέξουν”, χωρις να γεμίζουν το χρόνο τους με υποχρεώσεις και τρεχαλητά, μπορούσαν ακόμα και το θάνατο ν΄ αντικρύσουν κατάματα χωρίς φτιασιδώματα και μεταφυσικές ανησυχίες, αφού τον θεωρούσαν μέρος της φυσικής διαδικασίας.

Μεγάλη, επίσης, έμφαση, δίνετε και στην σχέση ανθρώπου-μοίρας. Η Ελευθερία νέα και όμορφη που είναι, καταλήγει έρμαιο της “αδυσώπητης” μοίρας, όπως λέτε, της ζωής, των καταστάσεων, των γεγονότων. Τι είναι η μοίρα για εσάς και τι θέση λαμβάνει στη ζωή σας; Tην ίδια με εκείνης της Ελευθερίας;

Β. Δ.: Η σχέση ανθρώπου – μοίρας, ίσχυε και στο πιο αρχαίο παρελθον. Οι Μοίρες, έχουν μητέρα την Ανάγκη, τη μοναδική θεότητα που αγνοεί τις επικλήσεις των θνητών. Οι θεοί την υφίστανται, αλλά και τη χρησιμοποιούν. Οι άνθρωποι μόνο την υφίστανται. Προσωπικά δεν είμαι μοιρολάτρης, πιστεύω στο “συν Αθηνά και χείρα κίνει”, αναγνωρίζοντας, όμως, την παρουσία της μοίρας τόσο στη ζωή μου όσο και στις ζωές των άλλων.

Ταυτίζεστε καθόλου με τον χαρακτήρα της Ελευθερίας; Πώς είναι η Ελευθερία από τα μάτια της Βάσως και γιατί επιλέξατε το όνομα αυτό για την ηρωίδα;

Β. Δ.: Η οπτική του συγγραφέα για όλα όσα θεωρεί σημαντικά, είναι φυσικό να “περνά” στη γραφή του. Αυτό άλλωστε είναι και το προσωπικό του στίγμα, χωρίς να ταυτίζεται ολοκληρωτικά με τον ήρωά του. Η Ελευθερία, επίσης, η ηρωίδα του βιβλίου, το όνομά της το κατέκτησε με σκληρό προσωπικό αγώνα, όπως κι ελευθερία μας δεν είναι δεδομένη κι απαιτεί την προσπάθειά μας για τη διατήρηση ή την κατάκτησή της.

Η Ελευθερία δένεται πολύ με τον πατέρα της και αγαπά ανθρώπους που της έχουν φερθεί με ζεστασιά από μικρή ηλικία. Πως εσείς πιστεύετε , ότι η παρουσία ατόμων αγαπητών “θωρακίζει” ΄ή όχι την ψυχοσύνθεση του παιδιού; Τα προβλήματα της Ελευθερίας στη ενήλικη ζωή και ο πόλεμος με την κατάθλιψη, σχετίζονται με την αδυναμία για αγάπη;

Β. Δ.: Η παρουσία ατόμων αγαπητών στη ζωή των παιδιών είναι καθοριστικής σημασίας για την κοινωνική και συναισθηματική τους ανάπτυξη. Ένα ζεστό, ασφαλές περιβάλλον, θωρακίζει την ψυχοσύνθεση του παιδιού και καθορίζει τη στάση του στην ενήλικη ζωή του. Σε ότι αφορά στα προβλήματα της ηρωίδας, οι εξωτερικές, κυρίως, συνθήκες είναι που την φέρνουν σε συναισθηματικό αδιέξοδο. Και το ξέφωτο από το σκελετωμένο δάσος το βρίσκει επειδή έχει βιώσει στην παιδική ηλικία την αγάπη του πατέρα της, της Σοφίας και άλλων ανθρώπων. Κι αυτή η αίσθηση δεν την εγκατέλειψε ποτέ, κανέναν δεν εγκαταλείπει, και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του. Ήταν το φως που είχε μάθει να αναγνωρίζει στο μέρος της καρδιάς κάποιων ανθρώπων, κι ακόμα και στην Αθήνα, αυτό το φως την οδήγησε στην έξοδο.

Κλείνοντας, έχετε ξεκινήσει ήδη ή σκοπεύετε να ξεκινήσετε άλλη συγγραφική δουλειά;

Β. Δ.: Η επόμενη συγγραφική δουλειά θα είχε ξεκινήσει άν δεν συνέβαιναν τα καταιγιστικά γεγονότα στη χώρα μας και δεν αποσπούσαν όλη την προσοχή μου. Η νοητική διαδικασία, ωστόσο, ήδη εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς και πιστεύω πως το καινούργιο βιβλίο σύντομα θ΄ αρχίσει να γράφεται.

Τι προσδοκάτε από το μέλλον τόσο προσωπικά όσο και ως πολίτης αυτού του κράτους;

Β. Δ.: Από το μέλλον προσδοκώ προσωπικά να εξελιχθώ σαν άνθρωπος, και σαν πολίτης αυτού του κράτους να επικρατήσει η κοινή λογική.

Μια ευχή για τους Animartists ή για τους αναγνώστες σας.

Β. Δ.: Ευχή μου για τους Animartits και τους αναγνώστες μου, είναι να μας ενώνει η αγάπη κι όχι ο τρόμος.


Η γνωριμία μου με την κ. Δενδροπούλου, ήταν πολύ γλυκεία, όσο ευγενική και γλυκεία είναι η ίδια ως άνθρωπος. Μου έδωσε την ευκαιρία να έρθω σε επαφή με ένα ακόμα νέο βιβλίο, όπου τόσο ο τίτλος που σε προιδεάζει για κάτι που ελκυεί την φαντασία, όπως η νύχτα, όσο και το γλαφυρό τοπίο όπου διαδραματίζονται τα γεγόνοτα του έργου, σε κάνουν να κάτσεις σε μια γωνιά να το ξεφυλλίσεις,αλλά και να μάθεις περισσότερα για τη ίδια την συγγραφέα.

Καλη ανάγνωση!!