Άρθρο: Χριστίνα Πανταζή
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Ίριδα Γουδέλη
Εκπαιδευτικός


«Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην ενσυναίσθηση (empathy) και τη συμπόνια (sympathy); H ενσυναίσθηση ενισχύει τη σύνδεση, ενώ η συμπόνια οδηγεί στην αποσύνδεση… Η ενσυναίσθηση είναι να νιώθεις μαζί με άλλους»

Αν προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε τις λέξεις “empathy” και “sympathy” στην ελληνική έκδοση, παρατηρούμε ότι σημαίνουν εμπάθεια και συμπόνια αντίστοιχα. Ωστόσο αν αναζητήσουμε την εξέλιξη του ορισμού της λέξης εμπάθεια, όπου αρχικά σήμαινε  το έντονο πάθος και έπειτα μετεξελίχθηκε στο  αρνητικό συναίσθημα ή ακόμη και στην εχθρότητα εναντίον κάποιου άλλου προσώπου, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι παραπέμπει σε κάτι τελείως διαφορετικό από την αντίστοιχη έννοια στην αγγλική γλώσσα.  Η λέξη empathy λοιπόν αντιστοιχεί πρακτικά περισσότερο με την έννοια της ενσυναίσθησης, που σημαίνει ότι συν-αισθάνομαι. Δηλαδή ότι κατανοώ το πρόβλημα, το συναίσθημα , τη κατάσταση, τον «άλλο» γενικότερα όχι ως κάτι εξωτερικό- όπως συμβαίνει όταν συμπονούμε κάποιον- αλλά «εκ των έσω», όταν μια πλευρά μου ή ένα κομμάτι , ένα πράγμα που ανήκει σε εμένα ταυτίζεται και μπορεί και συνάπτει μια ουσιαστική και βαθιά επικοινωνία με τον «άλλο» .

Αυτό προσπάθησε η ερευνήτρια Brown (2012) να αναδείξει μέσα από ένα καταπληκτικό βίντεο σε ένα πολύ διασκεδαστικό διάλογο ανάμεσα σε μια θλιμμένη αλεπού, μια αρκούδα, που χαρακτηρίζεται από κατανόηση και ένα επικριτικό ελάφι. Την ουσιώδη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που μας οδηγεί να κατανοήσουμε την οποιαδήποτε δυσκολία κάποιου άλλου μέσα από εμάς και αυτό που μας οδηγεί να βρεθούμε επιφανειακά απέναντι στα προβλήματα που αντιμετωπίζει κάποιος. Στην ενσυναίσθηση και τη συμπόνια.

Ενσυναίσθηση είναι να μπορείς να ακούς τον άλλο, να του δείχνεις ότι καταλαβαίνεις τον πόνο του, τη δυσκολία του, το συναίσθημά του γιατί κάποια στιγμή, κάπου, κάποτε, με διαφορετικές συνθήκες ίσως βρέθηκες και εσύ σε μια αντίστοιχη θέση. Μπορεί ωστόσο να μην βρέθηκες ποτέ και η αποκάλυψη αυτής της θέσης είναι τουλάχιστον ειλικρινής και το αποτέλεσμα είναι να οδηγήσει πάντα σε μια βαθιά και ειλικρινή επικοινωνία που μπορεί πολλές φορές να αποτελεί και ένα επαρκή αντίδοτο όχι μόνο για τον άλλο που μπορεί να το χρειάζεται, αλλά και για εμάς τους ίδιους που το παρέχουμε. Το αντίθετο συμβαίνει όταν  δείχνουμε ότι συμπονάμε κάποιον. Συνήθως προσπαθούμε να δείξουμε εμφανώς τη λύπη μας, τον οίκτο μας ή προσπαθούμε να χρυσώσουμε σε κάποιον το χάπι και να καταλήξουμε σε ένα αβίαστο «όλα θα πάνε καλά» που αυτό μπορεί να δημιουργήσει απόσταση, αποσύνδεση. Πολλές φορές μπορεί αυτό που χρειαζόμαστε να είναι η κατανόηση και όχι οι φρούδες ελπίδες (Eisenberg, 1988).

Η ενσυναίσθηση λοιπόν σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε το συναίσθημα του άλλου και νιώθουμε μαζί με αυτόν. Η Brown (2012) δίνοντας μας μια εξαιρετική εικόνα για το τι είναι ενσυναίσθηση, την παρομοίασε με ένα ιερό χώρο σαν να βρίσκεται κάποιος σε μια άραχνη, μαύρη τρύπα και ζητά βοήθεια γιατί εγκλωβίστηκε. Και εκεί υπάρχει κάποιος που κατεβαίνει (δηλαδή προσπαθεί να τον νιώσει) και του λέει ότι κατανοεί την δυσκολία του (ταυτίζεται μαζί του) και ότι δεν είναι μόνος (στήριξη). Στο αντίθετο άκρο η συμπόνια είναι σαν κάποιος να βρίσκεται κάπου έξω από αυτή τη τρύπα  να παρατηρεί και να εκφράζει τα συλλυπητήριά του, χωρίς να μπορεί να συνάψει καμιά πραγματική επαφή. Και οι δύο αντι-δράσεις αποτελούν επιλογές. Ωστόσο η ενσυναίσθηση αποτελεί  μια «ευάλωτη» επιλογή, γιατί προκειμένου να συνδεθώ με εσένα, πρέπει να συνδεθώ με το κομμάτι αυτό του εαυτού μου που γνωρίζει αυτό το συναίσθημα, κάτι που τις περισσότερες φορές είναι επώδυνο και επιλέγουμε να το αποφεύγουμε, διότι αποφεύγουμε την έκθεση.

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε και εμείς οι ίδιοι στιγμές που προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε τη θέση ενός αγαπημένου μας προσώπου, μπαίνοντας στιγμές στη θέση του «σαν» να ήμασταν εμείς και τις στιγμές που αντίστοιχα σε κάποια δυσκολία που μοιραστήκαμε με κάποιον, το συναίσθημα ότι μας καταλαβαίνει και μας αποδέχεται. Τότε ίσως θυμηθούμε ότι νιώσαμε πραγματικά τον άλλον κοντά μας. Και αντιθέτως, πόσα «λυπάμαι που το έπαθες αυτό» ή «έλα μην ανησυχείς, τουλάχιστον είσαι καλά, θα περάσει» μπορεί να ακούσαμε στο πέρασμα των χρόνων και να νιώσαμε ένα κενό, μια προσπάθεια περισσότερο του άλλου να αποτινάξει το συναισθηματικό βάρος από πάνω του και λιγότερο να μας καταλάβει. Αυτή είναι η ουσιώδης διαφορά εν τέλει της ενσυναίσθησης και της συμπόνιας. Στις αληθινές σχέσεις δεν ζητάμε μια λυπημένη φάτσα ή καταπραϋντικά λόγια από τον άλλον για να ξεπεράσουμε μια δυσκολία. Αντιθέτως μπορεί ένα ζεστό βλέμμα, ένα χάδι στη πλάτη και συμβολικά , κουβέντες που παρέχουν κατανόηση και ένα « μπορώ να νιώσω πως νιώθεις και δεν είσαι μόνος σου σε αυτό» να αποτελούν μια θαλπωρή και μια ασφάλεια που μπορεί να αποτελέσουν ένα δυνατό σύμμαχο και σύντροφο.

Υπερβαίνοντας τα δικά μας όρια, η ενσυναίσθηση είναι ένα βασικό συστατικό στοιχείο των σχέσεων μας και γενικότερα της σχέσης μας με τον ευρύτερο κόσμο που μας οδηγεί να ζούμε πιο αυθεντικά, να επικοινωνούμε πραγματικά και να μπορούμε να αγαπάμε τον άλλον. Και ως τέτοιο συστατικό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα γόνιμο προβληματισμό ειδικά για τη σημερινή εποχή που ζούμε, όπου οι σχέσεις φθίνουν στην επιφάνεια, αποστασιοποιημένα χωρίς ειλικρίνεια και ενδιαφέρον να γνωρίσουμε πραγματικά τον άλλον και ταυτόχρονα χωρίς καμία διάθεση για έκθεση. Είμαστε εκεί για τον άλλους ανθρώπους ή είναι εκεί συνήθως για να μας «συμπαρασταθούν» με λόγια πιασάρικα, βεβιασμένα, στοχευμένα στην άμεση διέξοδο. Τότε λοιπόν συμπονούμε, όταν δεν αντέχουμε ή δεν μπορούμε να δούμε πιο βαθιά στον «άλλο» και κατ’ επέκταση, στους ίδιους μας τους εαυτούς.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Eisenberg, N. (1988). Empathy and sympathy: A brief review of the concepts and empirical literature. Anthrozoös, 2(1), 15-17.

Brown, B. (2012). The power of vulnerability: Teachings on authenticity, connection, and courage. Sounds True.