Κείμενο: Αλίκη Κατσαρού


Ο Μάκης ήταν το ομορφόπαιδο του χωριού. Καταμελάχρινος, λυγερόκορμος, κατσαρομάλης και με το χαμόγελο των αστέρων. Φτωχόπαιδο, ρυμουλκιέρης ο πατέρας του, αγρότισσα η μάνα.

Πολλές κοπέλες τον γλυκοκοίταζαν. Ειδικά από όταν έφυγε στα καράβια και γύρναγε στο χωριό όταν ξεμπαρκάριζε, καλοντυμένος και με τα χέρια γεμάτα καλούδια για το πατρικό του, οι μισές κοπέλες του χωριού ξελιγώνονταν.

Η Μίνα ήταν η πιο πλούσια, όχι μονάχα του χωριού, μα ολόκληρου του νησιού. Η Μίνα δεν τον ερωτεύτηκε μονάχα, τον αγάπησε. Ο Μάκης, την ήθελε κι εκείνος, δεν ξέρουμε αν από ατόφιο έρωτα την ήθελε μονάχα ή κοίταζε και την εξασφάλιση.

Όταν πήγε να τη ζητήσει, ο πατέρας της του είπε πως «την κόρη μου, στο γιο του ρυμουλκιέρη δεν τη δίνω».

Την άφησε ο Μάκης τη Μίνα να κλαίει απαρηγόρητη. Την προσβολή του πατέρα της δεν τη σήκωνε. Ακόμα και λίγους μήνες μετά που ο ίδιος ο πατέρας, βλέποντας την κόρη του να μαραζώνει, έστειλε στο Μάκη έναν ενδιάμεσο να μεσολαβήσει για να τα βρουν με την έγκρισή του, ούτε τότε δέχτηκε ο νεαρός ναυτικός.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Μάκης φτιάχτηκε. Απέκτησε αυτοκίνητο, σπίτι, εξοχικό και σύζυγο όμορφη και αρχοντοπούλα. Και με τον τρόπο της, όχι σαν τη Μίνα ζάπλουτη, αλλά με τα όλα της.

Η Μίνα δεν κοίταξε άντρα άλλον κανέναν. Μάταια τα προξενιά, μάταιες οι παρακλήσεις του πατέρα να πάρει έστω έναν υπάλληλο, να μην μείνει μόνη κι άκληρη στον κόσμο. «Αφού δεν πήρα το Μάκη, δε θα πάρω κανέναν», απαντούσε αποφασιστικά και βυθιζόταν στη θλίψη και στις προσευχές. Δε γνώρισε άλλον άντρα, ούτε ως σύζυγος, ούτε ως γυναίκα. Μια φορά που χρειάστηκε να χειρουργηθεί για γυναικολογικό ζήτημα, ο γιατρός ήταν εκείνος που διέρρηξε την παρθενία της.

Η ζωή τα φέρνει από τη μια, τα φέρνει και από την άλλη, συχνά-πυκνά. Ο Μάκης χώρισε με τη γυναίκα του. Η Μίνα χαμογέλασε ξανά. Έστειλε με τη συναίνεση του πατέρα της προξενιό να τον βρούνε να του πούνε πως τον θέλει ακόμα. Ο πατέρας συμβούλεψε τους προξενητάδες πως η μόνη προϋπόθεση από την πλευρά της Μίνα είναι να γίνει μητέρα.

«Έχω δυο παιδιά και τα λατρεύω. Δεν είμαι σε θέση να αποκτήσω άλλο. Μετά το διαζύγιο, είμαι απόλυτα αφοσιωμένος σ’ αυτά».

Οι προξενητάδες είπαν στη Μίνα πως δεν τη θέλει, χωρίς να της εξηγήσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις, ούτε του πατέρα της, ούτε του Μάκη.

Η Μίνα βυθίστηκε στην πιο μεγάλη πίκρα, μαζεμένη πίκρα τώρα, συμπαγής, σκέτο σκοτάδι. Μονάχα με τις προσευχές και τις μετάνοιες παρηγοριόταν και όταν πέθανε ο γέρος πατέρας της, αφιερώθηκε σε αγαθοεργά, δωρεές και ό, τι άλλο χρειαζόταν η εκκλησία του τόπου.

Ο Μάκης έδινε την κάθε του μέρα για το μεγάλωμα και ύστερα για τις σπουδές των παιδιών του.

Ο ένας γιος του, ο δικηγόρος, κάποιο απόγευμα του ανέφερε ένα από τα περίεργα νέα που μάθαινε πού και πού στα δικαστήρια του νησιού.

«Πατέρα, πέθανε μια Ασημίνα Νάκου, από το χωριό σου. Άκληρη. Άφησε στην εκκλησία τέσσερα εκατομμύρια ευρώ μετρητά, κάτι χιλιάδες παραλιακά στρέμματα, και κοντά στα πενήντα ακίνητα. Ρε πατέρα, δεν ήξερες πως υπάρχει τέτοια ζάπλουτη στο χωριό σου, να την κατάφερνες που ήσουν κι ομορφάντρας, να γινόμασταν πλούσιοι τώρα;»

«Δεν το ήξερα, πού να το ξέρω;», απάντησε ο Μάκης και άλλαξε συζήτηση.