Άρθρο: Γεωργία Κιζιρίδου
Εξελικτική-Σχολική Ψυχολόγος, MSc – Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων


Το παραμύθι του Πήτερ Παν σημείωσε μεγάλη επιτυχία τόσο ως βιβλίο, όσο και ως ταινία κινούμενων σχεδίων. Οι γρήγορες εναλλαγές, η αστείρευτη φαντασία και η αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας είναι μερικά από τα θετικά που κέντρισαν το ενδιαφέρον των παιδιών, αλλά και των ενηλίκων. Τι συμβαίνει όμως όταν ορισμένοι άνθρωποι ξεχνούν να μεγαλώσουν στην πραγματική ζωή; Τι επιπτώσεις έχει όταν ένας ενήλικας μπερδεύει τη φαντασία με την πραγματικότητα και έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξεγλιστρίσει στη Χώρα του Ποτέ; Μπορεί να συνυπάρξει με άλλους ενήλικες ή αποζητά απεγνωσμένα μια αντίστοιχη Γουέντι για να τον φροντίζει;

Το Σύνδρομο του Πήτερ Παν πρώτη φορά αναφέρθηκε από τον Dan Kiley το 1983 για να περιγράψει την κατηγορία εκείνη των αντρών (κατά βάση) που δηλώνουν αμετανόητοι εργένηδες, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για άτομα με έντονα στοιχεία Ναρκισσισμού, τα οποία έχουν καθηλωθεί συναισθηματικά στην εφηβεία, ανεξάρτητα από το έτος της ηλικίας που διανύουν. Τα βασικότερα χαρακτηριστικά τους είναι τα ακόλουθα: Αρχικά, γίνονται πολύ αγαπητοί στις παρέες και γοητεύουν με τη στάση τους απέναντι στη ζωή. Είναι υπέρμαχοι της αιώνιας νιότης και της ανεμελιάς, καθώς δείχνουν ασυμβίβαστοι και δυναμικοί. Μπορεί να δώσουν την εντύπωση της υψηλής αυτοεκτίμησης και της άνεσης με το άλλο φύλο. Τα προβλήματα αρχίζουν να διαφαίνονται όταν κάποιος τους αμφισβητήσει ή τους πλησιάσει συναισθηματικά. Τότε, η μάσκα της σιγουριάς και της χαλαρότητας πέφτει και τη θέση της παίρνει η μάσκα της ειρωνείας, της προσβολής, του καγχασμού για υπερβολική φροντίδα από τους άλλους και της μοιρολατρικής αναβλητικότητας. Ποιος είναι τελικά ο πραγματικός εαυτός αυτών των ατόμων; Για ποιο λόγο δημιουργούνται τέτοιου είδους προσωπικότητες;

Στην πραγματικότητα πρόκειται για άτομα που προσπαθούν με κάθε τρόπο να καλύψουν την απέραντη θλίψη και το θυμό που νιώθουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει πένθος μη αναγνωρίσιμο και ανεπεξέργαστο, ύστερα από ένα τραυματικό γεγονός ζωής που τους στιγμάτισε σε νεαρότερη ηλικία. Μπορεί επιφανειακά να δίνουν την εντύπωση της χαρούμενης και ικανοποιημένης ζωής, όμως αυτό είναι μόνο μια ψευδαίσθηση, γιατί ελλοχεύει ο έντονος φόβος της μοναξιάς, οι αμφιβολίες και η ανηδονία. Πρόκειται στην ουσία για εγκλωβισμένα παιδιά που όμως δεν έχουν και την αναμενόμενη ευαισθησία των παιδιών. Είθισται να χαρακτηρίζονται από συναισθηματική αστάθεια και υπερβολή με αποτέλεσμα να έχουν έλλειψη αυτοπειθαρχίας. Έχουν χαμηλή ανοχή στην κριτική και αποφεύγουν τις ενήλικες δεσμεύσεις. Πολλές φορές δίνουν την αίσθηση της εγωκεντρικότητας και της ιδιορρυθμίας, όμως στην ουσία είναι συναισθηματικά αποστασιοποιημένοι σε σημείο συναισθηματικής αναπηρίας όταν πρόκειται να αναλάβουν πραγματικά ενήλικες ευθύνες. Ιδίως όταν πρόκειται για την ανάληψη του πατρικού ρόλου, έχουν πλήρως αρνητική στάση μέσα από λογικοφανείς εξηγήσεις. Στο σημείο αυτό γεννάται το ερώτημα: άτομα με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ικανά για σταθερές διαπροσωπικές σχέσεις;

Στην πραγματικότητα, έχει φανεί ότι παρουσιάζουν δυσκολία ακόμα και στην εμπλοκή στην ψυχοθεραπευτική σχέση. Όταν η θεραπεία είναι σε εξέλιξη και βρίσκονται προ των ευθυνών τους, το πιο πιθανό είναι να διακόψουν με την πρόφαση ότι ο θεραπευτής είναι υπερβολικός. Συνηθισμένη δικαιολογία όταν ερωτώνται γιατί ξεκίνησαν ψυχοθεραπεία είναι ότι ήθελαν απλώς να διαπιστώσουν ότι δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα κι ότι κάποιο κοντινό τους πρόσωπο τους ανάγκασε, γιατί ανησυχούσε πολύ. Αν λοιπόν εμβαθύνει κάποιος στο προφίλ αυτών των ατόμων, διαπιστώνει πως η περιστοίχιση από φίλους και γνωστούς είναι εικονική, καθώς είναι βαθιά συναισθηματικά δεμένοι με άτομα της πατρικής τους οικογένειας και στην πραγματικότητα δεν έχουν ανεξαρτητοποιηθεί ποτέ. Οι γονείς αυτών των ανθρώπων και κατά το παρελθόν δημιουργούσαν ψευδαισθήσεις στο παιδί τους με την υπερβολική προστασία από οτιδήποτε θεωρούσαν πως είναι βλαβερό για αυτό. Έχουν υπάρξει και περιπτώσεις που προέρχονται από ασφυκτικές και πιεστικές οικογένειες και ως άμυνα δημιούργησαν τη δική τους Χώρα του Ποτέ για να διαφεύγουν από την σκληρή πραγματικότητα. Πολύ συχνά όταν αναφέρονται στο πρόσωπο της μητέρας τους εκφράζονται κοφτά και με ενοχικό τρόπο για τους παραπάνω λόγους.

Συνήθως οι σύντροφοι που επιλέγουν είναι μικρότερης ηλικίας και άτομα που δεν έχουν απαιτήσεις από τον “Πήτερ Παν”.  Πολύ συχνά επιλέγουν μία σύγχρονη “Γουέντι” που αναλαμβάνει να τους φροντίζει, ακόμα και να αναλάβει σχεδόν εξ’ ολοκλήρου τις ευθύνες της ζωής τους, όπως έκανε και η μητέρα τους. Αναλαμβάνοντας η σύντροφος το ρόλο του γονέα στην πραγματικότητα δεν προστατεύει αυτόν τον άνθρωπο, αλλά του επιβεβαιώνει, όπως και η μητέρα του ότι είναι ανάξιος να μεγαλώσει. Στην πραγματικότητα, μπαίνοντας σε μια άνιση σχέση, νομίζοντας ότι αλληλοσυμπληρώνονται, το πρόβλημα καλύπτεται και δεν αντιμετωπίζεται. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει μάθει να είναι και να φέρεται ως ενήλικας και γι’ αυτό το λόγο ο εκάστοτε σύντροφος νιώθει αποστερημένος. Έχει παρατηρηθεί πως στη σπάνια περίπτωση που τελικά αποφασίζουν να παντρευτούν, συνεχίζουν να διατηρούν φιλικές επαφές και παρέες εις βάρος του συντρόφου, αφού δεν αναλαμβάνουν κάποια ευθύνη σχετική με το γάμο, ούτε και αλλάζουν τη ρουτίνα τους.

Σε περίπτωση που αναγνωρίζεται στον εαυτό σας ή σε κάποιο κοντινό πρόσωπο στοιχεία του συνδρόμου, ιδανικά προτείνεται η ψυχοθεραπεία, ώστε να μάθει το άτομο να αντιμετωπίζει ορθά τις καταστάσεις ζωής που του προκύπτουν. Ενδεχομένως στην έναρξη της ενήλικης ζωής να είναι γοητευτικό κάποιος να φέρεται ως Πήτερ Παν, όμως το εύκταιο είναι να μάθει ο καθένας να φέρεται σύμφωνα με την ηλικία του και να αναλαμβάνει τις αντίστοιχες ευθύνες. Ο περίγυρος που υπερπροστατεύει αυτούς τους ανθρώπους, θα ήταν επίσης απαραίτητο να υποστηριχθεί από ειδικό ψυχικής υγείας, για να εκπαιδευτούν στη μη διαιώνιση του προβλήματος μέσα από τα περιθώρια επιλογής και ανάληψης ευθυνών που θα προσφέρουν στον άνθρωπό τους.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Barrie, J. M. (1987). Πήτερ Παν ή το παιδί που αρνιόταν να μεγαλώσει. Μτφρ. Β. Βασιλογιόγλου. Αθήνα: Εκδ. Άγρα

Κάθλην, Κ. – Λ. (2005). Πήτερ Παν ή το θλιμμένο παιδί. Μτφρ. Β. Χατζάκη. Αθήνα: Άγρα

Κίλευ, Ν. (1986). Το σύνδρομο του Πήτερ Παν. Αθήνα: Θυμάρι