Κείμενο: Αλίκη Κατσαρού


Δε φαινόταν πια το σώμα του, παρά μονάχα τα δάχτυλά του σκόρπιζαν στην ατμόσφαιρα το ζωογόνο του πλούτο. Φως. Έτσι μπόρεσα να σε κοιτάξω πολύ καλά, να σε εξερευνήσω σχεδόν, χωρίς να τυφλώνομαι.

-Σε λίγο θα βραδιάσει, είπες.

-Και σε άλλο λίγο θα ξημερώσει, είπα και σώπασα γέρνοντας στο μπράτσο σου, εκεί που ο εγκέφαλός μου αισθανόταν την πιο μεγάλη ελευθερία. Εκεί που το μυαλό μου απλωνόταν και διάβαινε δρόμους για μια ζωή κλειστούς.

Μπροστά μου κρεμόταν μια πασχαλιά. Στα δεξιά μου εσύ και πιο δεξιά σου η θάλασσα. Στη σύντομη ζωή των λιλά πετάλων της κοιτούσα καρέ-καρέ τη μαγική ζωή που μου χάριζες. Απαλοί αφροί χάιδευαν τα κύματα και μαζί με τη φωνή σου που αραιά και πού έλεγε σ’ αγαπώ, έντυναν μελωδικά τη νοερή μου ταινία.

Ήμασταν στην Κέρκυρα για το Πάσχα και παρότι μεγάλοι, με ολόκληρη ζωή καθένας μας πίσω του, ήταν και για τους δυο η πρώτη φορά στον τόπο αυτό της υγρασίας και της μελωδίας.

Το ξενοδοχείο μας σε μια θάλασσα απέναντι από την Ιταλία, ενωνόταν με το κέντρο της βενετικής πόλης από ένα πεζοδρόμιο, σαν στρίφωμα ήταν το πεζοδρόμιο ενός μεγάλου θαλάσσιου κόλπου, που τα βόρεια του φύλαγε  το  Παλιό Φρούριο. Εμείς δε χρησιμοποιούσαμε ταξί, ούτε κανένα μέσο, παρά τα πόδια μας για να περπατάμε κάθε μέρα στο χείλος του κόλπου και να πορευόμαστε στη μεγάλη πλατεία του κέντρου.

Για αυτόν το λόγο δε φόρεσα ούτε μια βραδιά τακούνια, κι αυτό το χαιρόμουν πολύ, γιατί έτσι, παρά τις αυλακιές του προσώπου μου, που εσύ μπορεί να μην έβλεπες εξαιτίας της πρεσβυωπίας σου, αλλά υπήρχαν, και παρά τις γκρίζες τούφες που δεν προλάβαινα ποτέ να καλύπτω επαρκώς με μπογιά, χωρίς τακούνια, φαινόμουν μικρή ή τουλάχιστον έτσι αισθανόμουν καθώς τύλιγες το ψηλό σου σώμα  στους ώμους μου, περπατώντας.

Βρήκαμε μικρά ρομαντικά εστιατόρια στα καντούνια και πανέμορφες εκκλησίες, μερικές πεντακοσίων χρονών. Ούτε πίστευες, ούτε πίστευα αλλά μας άρεσε και τους δυο να μπαίνουμε κάθε τόσο στις μικρές εκκλησίες της Παλιάς Πόλης, που παρότι ορθόδοξες, έμοιαζαν πολύ με λατινικές.

Τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, μας είπαν κάποιοι ντόπιοι να μην χάσουμε τον μεγάλο επιτάφιο της Μητροπόλεως. Όπως σταθήκαμε υπομονετικά ανάμεσα στον πολύ κόσμο για να δούμε την πομπή, οι ψυχές και των δυο μας συναπαντήθηκαν σε έναν ανέλπιστο τόπο, στο βραχίονα του χεριού μου, όπου τα δάχτυλά σου ακουμπούσαν απαλά τις σηκωμένες μου τρίχες από το άκουσμα του Adagio του Albinoni. Τα μάτια μου γύρισαν προς το μέρος σου, με κοιτούσες. Σαν να μην κουνήθηκαν τα βλέφαρά σου, βυθίστηκες στο πρόσωπό μου, αισθανόμουν μεμιάς είκοσι χρονών. Βυθίστηκα κι εγώ στα χείλη σου, στο λαιμό σου, και μετά κοίταξα τα, ακούνητα στο χέρι μου, δάχτυλά σου.

-Ποιος είπε ότι δεύτερη ζωή δεν έχει; μου είπες.

-Ο Ελύτης, απάντησα σαν μαθήτρια.

-Έχει δεύτερη ζωή. Την πιο όμορφη.

Τη νύχτα της Ανάστασης το χαμόγελό σου άστραφτε πιο πολύ κι από τα βεγγαλικά. Το ξημέρωμα, όπως έχωνα τα δάχτυλά μου στ’ ασημένια σου μαλλιά, βόγκηξα στ’ αυτί σου πως ναι, έχει δεύτερη ζωή.

-Κάθε χρόνο, εδώ θα ερχόμαστε για Πάσχα, αποφασίσαμε στο πρωινό.

-Να φέρουμε και τα παιδιά, τόνισες.

Τα εγγόνια σου και τα εγγόνια μου εννοούσες και γελάσαμε δυνατά στο ανέλπιστο.