Κείμενο: Νεκταρία Τσοπανέλη
Φοιτήτρια Φ.Π.Ψ.

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Αποστολέας: Κόρη
Παραλήπτης: Μάνα

Είσαι εσύ που έζησα μέσα σου.

Είσαι εσύ που έζησα από το αίμα σου.

Είσαι εσύ που με πήρες πάνω σου και με έσφιξες τη νύχτα που έκλαιγα στην κούνια μου διαισθανόμενη τη μοίρα του κόσμου.

Είσαι εσύ που η μυρωδιά της κόλλησε πάνω στο δέρμα μου και που πάντα θα μοσχοβολάει ασφάλεια.

Είσαι εσύ που με ζέσταινε μικρό κορμάκι στην αγκαλιά σου η θέρμη του δικού σου κορμιού.

Είσαι εσύ που άκουγα το χτύπο της καρδιάς σου όταν τάιζες την πείνα μου και έγινε αιώνια δικός μου.

Είσαι εσύ που μου είπες το πρώτο σ’ αγαπώ μόλις άνοιξα τα μάτια μου στον κόσμο και έφεραν βόλτα γύρω από το στόμα σου εκατομμύρια άλλα.

Είσαι εσύ που μου διάβασες κάτι Χριστούγεννα το παραμύθι του Κοκκινολαίμη, εκείνο το πουλί που έδωσε όλα του τα πουλόβερ και έμεινε τελικά γυμνό στο κρύο.

Είσαι εσύ που μου τραγουδούσες Χατζιδάκι για να κοιμηθώ.

Είσαι εσύ που μου έμαθες να ξεχωρίζω το μ από το π, το όμορφο από το άσχημο, το δίκαιο από το άδικο, το φωτεινό από το σκοτεινό, το χθες από το αύριο, το δεν μπορώ από το δεν θέλω.

Είσαι εσύ που με μαλώνεις γιατί αργώ να πάω στο σχολείο κι εσύ που με ρωτάς πώς πέρασε η μέρα μου κι αν είμαι χαρούμενη όταν γυρνάω.

Είσαι εσύ που με ακούς να κλαίω, να φωνάζω και να έχω νεύρα και να ξεσπάω όλη μου την αγωνία της εφηβείας για την αθωότητα που νιώθω πως με εγκαταλείπει, πάνω σου.

Είσαι εσύ που αγχώνεσαι και για τις δυο μας , που κουβαλάς ό,τι εγώ αδυνατώ.

Είσαι εσύ ο βράχος κι εγώ το κύμα που σκάει πάνω του.

Είσαι εσύ που σου έχω πει χιλιάδες συγγνώμη και χιλιάδες ευχαριστώ.

Είσαι εσύ που με πήγες στην απεραντοσύνη της θάλασσας του Ελύτη με τους αστερίες και τα βότσαλα και μου έμαθες να αγαπώ και τα φύλλα του φθινοπώρου που νεκρά σαπίζουν στο χώμα ακριβώς γιατί γίνονται λίπασμα.

Είσαι εσύ που μου φέρνεις δώρο λευκές τουλίπες στη γιορτή μου.

Είσαι εσύ που μου χαρίζεις βιβλίο και μου λες όταν κάποτε θα χωριστούμε να το διαβάζεις και να με θυμάσαι.

Είσαι εσύ που μου έμαθες να κυνηγάω χίμαιρες και να τις χάνω μέσα από τα χέρια μου.

Είσαι εσύ που μου έμαθες να λέω «όχι», αλλά σε όλα τα «ναι» μου να με κοιτάζεις τρυφερά με εμπιστοσύνη πως κι αυτά τα λάθος «ναι» μου θα με ομορφύνουν.

Είσαι εσύ που μου κληρονόμησες όλα τα ερωτήματά σου, την πίστη και τις αμφιβολίες σου, τις ευαισθησίες που σε κάνουν να συμπονάς και να συμπάσχεις, τις ευαισθησίες που σε κάνουν να ζεις ζωές πολλές κι εκείνες που άλλοτε σε κάνουν εγωκεντρικό και σε σκοτώνουν.

Είσαι εσύ που κάνεις όνειρα για μένα αλλά τα κρατάς μόνο για τον δικό σου ύπνο και δεν τα ξεχύνεις στο δικό μου μαξιλάρι, μα κι αν καμιά σου ξεφύγει κι από κανένα, λυπάσαι και συστέλλεσαι.

Είσαι εσύ που δεν φοβάσαι τα λάθη τα δικά σου ούτε τα δικά μου.

Είσαι εσύ που λες «πάνε όπου ποθείς ακόμα και μακριά μου, πάλι κοντά μου θα σε έχω».

Είσαι εσύ που μου στέλνεις σήματα κάθε που ξεμακραίνω και που μου φωνάζεις: «Αγάπα! Η ζωή προηγείται!».