Κείμενο: Αντώνης Κοντάκης
Φυσικοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι διένυε μία από τις χειρότερες περιόδους της ζωής της. Η ψυχολογία της ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη μετά τη σεξουαλική επίθεση και τον βιασμό της εκείνο το βράδυ που άλλαξε τη ζωή της για πάντα, μόλις τρεις εβδομάδες πριν. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, όταν επιστρέφοντας σπίτι της από ένα εργασιακό γεύμα δέχτηκε ένα άλκιμο χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Λίγο η κούραση, λίγο το μεθυστικό άρωμα του κρασιού, δεν της επέτρεψαν να αντιληφθεί ότι μια σκιά την παρακολουθούσε τουλάχιστον τα τελευταία δέκα λεπτά της διαδρομής. Και ήταν ακριβώς η ανάγκη της να συνέλθει από το ποτό που την οδήγησε να πάρει την απόφαση να περπατήσει. Το σώμα της αδύναμο να αντιδράσει στην ξαφνική και απρόσμενη επίθεση, κατέρρευσε. Διατηρούσε μοναχά ένα μικρό ποσοστό των αισθήσεών της, ικανό όμως για να μπορέσει να αντιληφθεί το σκίσιμο του καλτσόν της, το κατέβασμα του εσωρούχου της και παγωμένα και νευρώδη δάκτυλα να διεισδύουν με βία στον κόλπο της. Δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει, σαν η ψυχή της να ήταν φυλακισμένη στο ίδιο της το σώμα. Η  σκέψη της όμως πάντα ελεύθερη, ακόμη και σε αυτή την κατάσταση περιορισμένης συνειδητότητας, βίωνε με αφόρητη απελπισία τον βιασμό. Οι κινήσεις του άντρα ακριβείς, οι λαβές του αφοπλιστικές. Την άρπαξε από τις μασχάλες και την έσυρε πίσω από δύο κάδους, με στόχο να ολοκληρώσει την εγκληματική του ενέργεια χωρίς να γίνει αντιληπτός.  Ήταν βέβαιο πως θα κατάφερνε να εισχωρήσει μέσα της αν δεν ακούγονταν απειλητικές φωνές και εμφαντικές διαταγές από διάφορα σημεία, κάποιες εκ των οποίων από ιδιαίτερα κοντινή θέση. Ο δράστης πιθανά από φόβο, αιφνιδιασμός και τρομοκρατημένος, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα κτηνώδη ένστικτά του, γιατί σταδιακά η ίδια ένιωσε τα χέρια που την έσφιγγαν να χαλαρώνουν και μετά από σύντομο χρονικό διάστημα να χάνονται. Αντιλήφθηκε την απαλή προσγείωση του κεφαλιού της πάνω στις κρύες πλάκες του πεζοδρομίου και την απόλυτη ακινησία του υπόλοιπου της σώματος. Με όση δύναμη τής είχε απομείνει, άνοιξε τα μάτια της και αυτά καρφώθηκαν στο πρόσωπο ενός άντρα που εκείνη τη στιγμή την κοίταζε έντονα, λίγο πριν τραπεί σε φυγή. Κάποιοι κάτοικοι της περιοχής, που αναστατωμένοι από τις φωνές βγήκαν στα μπαλκόνια τους, ανιχνεύοντας την περιοχή διαπίστωσαν την πεσμένη σκιά πίσω από τους κάδους. Με αυθόρμητη προθυμία τη βοήθησαν να συνέλθει, της προσέφεραν νερό και τη σκέπασαν με δικά τους πανωφόρια. Η ίδια τούς παρακάλεσε να μην αναφέρουν τίποτε στην αστυνομία, φοβούμενη ένα κοινωνικό στίγμα και μια προσωπική της συναισθηματική ταλαιπωρία.

Ένας μώλωπας στο δεξί της μάγουλο από την αρχική πτώση και η μελανιά στην αυχενική της μοίρα υπενθύμιζαν σωματικά το συμβάν. Ψυχικά, όμως, ο τρόμος που έζησε χαράχτηκε σε κάθε σημείο του σώματος της και εκείνο μετατράπηκε σε μια αφιλόξενη περιοχή ακόμη και για τα δικά της χέρια. Το μανιώδες και λυτρωτικό πλύσιμο της γεννητικής της περιοχής μετά την επιστροφή της στο σπίτι, έδωσε τη θέση του σε έναν ατελείωτο φόβο να αγγίξει το ίδιο της το σώμα. Τρεις εβδομάδες μετά θεωρούσε πως δε θα κατάφερνε ποτέ να βρει τη χαμένη της συναισθηματική ισορροπία.

Από τα παιδικά της χρόνια η ζωή της είχε πολλαπλές διακυμάνσεις, οι οποίες θα είχαν καθηλώσει μια περισσότερο αδύναμη προσωπικότητα. Η ίδια κατάφερε να ξεπεράσει την εγκατάλειψη από τον πατέρα της, τη φτώχεια που την ταλαιπωρούσε σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας και την αγωνία που αισθανόταν για μια μητέρα η οποία αγωνιζόταν να της προσφέρει τα πάντα, δουλεύοντας από τα ξημερώματα μέχρι αργά τη νύχτα. Μπόρεσε να σταθεί στα πόδια της, να σπουδάσει φιλόλογος και να ξεπεράσει τις προσδοκίες των πάντων. Μοναχά η μητέρα της πίστευε ακλόνητα στην ποιότητα και τη δυναμική του χαρακτήρα της και στην υψηλή της νοημοσύνη.

Η αιτία της αποκάλυψης που τροποποίησε τα ήδη ταραγμένα δεδομένα της ζωής της ήταν μια απλή εργασία. Λάτρευε το εργασιακό της περιβάλλον, ήταν αφοσιωμένη στη διδασκαλία και ο θαυμασμός όλων για το έργο της ήταν η μεγαλύτερή της ανταμοιβή. Αναζητούσε διαρκώς νέες τεχνικές εκμάθησης και επιχειρούσε να εντάξει στα προβληματικά δεδομένα της σύγχρονης εκπαίδευσης ό,τι πιο καινοτόμο είχε δοκιμαστεί και πετύχει παγκοσμίως. Κάπως έτσι άρχισε να ξετυλίγεται ο μίτος μιας ιστορίας την οποία θεωρούσε πως άφησε για πάντα πίσω της. Μια φαινομενικά απλή σκέψη, μια συνέντευξη από έναν άνθρωπο της γειτονιάς, χωρίς περιορισμούς στα κριτήρια επιλογής, χωρίς ιδιαίτερη καθοδήγηση στο περιεχόμενο των ερωτήσεων, μπόρεσε να ανασύρει καταχωνιασμένα μυστικά και αναμνήσεις από τις οποίες είχε αποστασιοποιηθεί. Οι παρουσιάσεις κυλούσαν ομαλά, οι περισσότεροι μαθητές είχαν κάνει πολύ καλή δουλειά, μέχρι που εμφανίστηκε η τελευταία διαφάνεια της συνέντευξης από έναν επαίτη. Η διαφάνεια με την παιδική της φωτογραφία. Η ίδια φωτογραφία, η οποία μέσα σε μια σκαλιστή ξύλινη κορνίζα διακοσμούσε τον τοίχο πάνω από το κομοδίνο στο υπνοδωμάτιο της μητέρας της. Δεν μπόρεσε να ελέγξει τα ήδη σε λεπτή ισορροπία βρισκόμενα συναισθήματά της ούτε να πειθαρχήσει πάνω στη λογική της. Άξαφνα, ένιωσε να την εγκαταλείπει όλη της η ζωτικότητα και λιποθύμησε μέσα στην αίθουσα. Όταν συνήλθε, απέδωσε το συμβάν σε μια στιγμιαία υπόταση. Η ίδια, όμως, γνώριζε την πραγματική αιτία αυτής της κατάρρευσης. Ο βιολογικός της πατέρας βρισκόταν στην πόλη ζητιανεύοντας, πενιχρός και ακάθαρτος αναζητούσε την ελεημοσύνη των πολιτών για να επιβιώνει, βαδίζοντας στην ίδια με εκείνη γη, αναπνέοντας τον ίδιο με εκείνη αέρα.

Μετά το αρχικό σοκ, μια ανώριμη, ακατέργαστη σκέψη και ανάγκη ταυτόχρονα κατέκλυσε το μυαλό της. Μια ιδέα να περιπλανηθεί και να διασχίσει κάθε γνωστό και άγνωστο δρόμο της πόλης προς αναζήτηση του ζητιάνου. Από τη μία, όμως, ο φόβος της για τους μοναχικούς περιπάτους που είχε εδραιωθεί μέσα της μετά τη σεξουαλική επίθεση και από την άλλη η παντελής έλλειψη κάθε περιγραφικού στοιχείου του επαίτη, την έκαναν να αναθεωρήσει. Στη μητέρα της από την ίδια στιγμή είχε αποφασίσει να μην αναφέρει τίποτα. Η καρδιά της τα τελευταία χρόνια υπολειτουργούσε, ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητη, ταλαιπωρημένη και φοβόταν μήπως ένα τέτοιο νέο κλονίσει ακόμη περισσότερο την υγεία της. Την επόμενη ημέρα δηλώνοντας εντυπωσιασμένη από την αρτιότητα της εργασίας, ζήτησε από τη μαθήτρια να μάθει αν υπήρχε κάποια φωτογραφία του ζητιάνου. Θα επαναλαμβανόταν η παρουσίαση που διακόπηκε τόσο άδοξα, χωρίς να λάβει την αποθέωση που της άξιζε και αυτή τη φορά στην τελευταία διαφάνεια θεωρούσε ωφέλιμο για την επίτευξη της συναισθηματικής έντασης να υπάρχει η φωτογραφία και του επαίτη. Χωρίς να ελπίζει σε μια θετική απάντηση, ένιωσε ταυτόχρονα έκπληξη, αγαλλίαση και ένα απροσδιόριστο και απροσπέλαστο άγχος όταν η μαθήτρια τής είπε ότι υπάρχει μια  φωτογραφία του, την οποία έβγαλε χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί. Έκλεισαν ένα ραντεβού για την επομένη το πρωί, λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι.

Μετά από ατελείωτες ώρες εσωτερικών σκέψεων και αϋπνίας, ξημέρωσε η σημαντική μέρα. Από λεπτό σε λεπτό θα ερχόταν η μαθήτρια, θα της έδειχνε τη φωτογραφία και θα αντίκριζε για πρώτη φορά τον πατέρα της. Οποιαδήποτε αναφορά για εκείνον, οπτική ή περιγραφική, είχε δικαιολογημένα εκλείψει από το σπίτι της, λογικό επακόλουθο της ανήθικης συμπεριφοράς του. Ένα χτύπημα διστακτικό που ακούστηκε από την πόρτα του γραφείου, την επανέφερε στην πραγματικότητα και από το μικρό άνοιγμα φάνηκε η μαθήτρια. Η ίδια ένιωθε να τρέμει σύγκορμη, η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά όσο ποτέ άλλοτε και με ταραχώδη βηματισμό πλησίασε το κορίτσι. Εκείνο άνοιξε το κινητό, έψαξε τους φακέλους στα αρχεία της και με υπερηφάνεια τής έδειξε τη φωτογραφία.

Το να περιγραφεί με λέξεις η αποσβολωμένη, σπαρακτική και σοκαριστική αντίδραση της φιλολόγου είναι αδύνατο. Δε θα μπορούσε να συμβεί όμως κάτι διαφορετικό, όταν αντίκριζε για πρώτη φορά και παράλληλα, σαν από μια απύθμενης φαντασίας συνομωσία του σύμπαντος, το πρόσωπο του πατέρα της και του βιαστή της.