Άρθρο: Γεωργία Κιζιρίδου
Εξελικτική-Σχολική Ψυχολόγος
MSc, Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων


Από τότε που παντρεύτηκα, έχω νιώσει πολύ μεγάλη διαφορά ως προς την αντιμετώπιση του κόσμου προς εμένα.  Νιώθω ότι με αποδέχονται περισσότερο κι ότι κατά κάποιον τρόπο έχω μπει στον ίσιο δρόμο. Σε ατομικό επίπεδο δεν έχω αλλάξει καθόλου…. Φέρομαι το ίδιο, μιλάω με τον ίδιο τρόπο, σκέφτομαι το ίδιο…. Όμως για τους υπόλοιπους είμαι μία άλλη… Μία πιο ώριμη ή ίσως και μία πιο όμοια με αυτούς…” Αυτά μου εκμυστηρεύθηκε μία φίλη που δουλεύουμε μαζί. Αυτομάτως, προέκυψαν ποικίλοι προβληματισμοί. Ζούμε τελικά σε μία κοινωνία που ο παντρεμένος θεωρείται πιο αποδεκτός και ενδεχομένως πιο ισορροπημένος; Το να προχωρήσει κανείς σε γάμο είναι μία συνειδητή κι ελεύθερη επιλογή ή κατά κάποιο τρόπο είναι είναι ένα στερεότυπο βαθιά ριζωμένο στο συλλογικό ασυνείδητο κι επομένως είναι μία φυσική κοινωνική εξέλιξη;

Από κοινωνιολογικής και ανθρωπολογικής άποψης διαπιστώνεται εύκολα πως ο άνθρωπος ως θηλαστικό ον από τα προϊστορικά χρόνια, ζούσε κι αναπτυσσόταν σε αγέλες. Προκειμένου να επιβιώσει και να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κινδύνους δημιουργήθηκε η ανάγκη να ανήκει σε μία ομάδα με κοινούς δεσμούς, ώστε να αλληλοϋποστηριζονται και να προσφέρει βοήθεια ο ένας στον άλλον. Ως φυσικό επακόλουθο, δημιουργήθηκαν υπό-ομάδες μέσα στη μεγάλη ομάδα: οι οικογένειες. Εξελικτικά λοιπόν, από τότε μέχρι και σήμερα, η οικογένεια ήταν ο θεμέλιος λίθος, προκειμένου να εξασφαλισθεί η αθανασία μέσα από τη διαιώνιση του είδους. Εν καιρώ, πήρε μορφή αναλόγως με τις κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες και ο γάμος ως μυστήριο. Στην πραγματικότητα, σχεδόν σε όλους τους λαούς και τις θρησκείες υπάρχει κάτι αντίστοιχο με το μυστήριο του γάμου, όπου δύο άνθρωποι αποφασίζουν να ενώσουν τις ζωές τους. Άρα ο γάμος είναι μία σταθερή κι αμετάβλητη αξία που χρήζει κοινωνικής αποδοχής από τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων και ως αποτέλεσμα αυτού δύσκολα μπορεί να αντισταθεί;

Η  κοινωνία ενισχύει τους παντρεμένους ως κοινωνικά αποκατεστημένους και ως επέκταση αυτού τους αναγνωρίζει και ως “καλούς καγαθούς πολίτες”. Συγκεκριμένα μία γνωστή μου δήλωσε: “Θα παντρευτώ με πολιτικό γάμο το καλοκαίρι, για να έχω πιο πολλά μόρια για το διορισμό στο δημόσιο και να μπορέσουμε με κάποιον τρόπο να συνυπηρετήσουμε”, ενώ μία άλλη πριν κάποια χρόνια ήταν πολύ χαρούμενη γιατί κατάφερε τελικά να διοριστεί και μάλιστα λάμβανε και επίδομα γάμου ως επιπρόσθετο προσόν. Προσφάτως σε συζήτηση με ένα συγγενικό πρόσωπο ακούστηκε το εξής: “Θα παντρευτώ, για να μπορώ να έχω κοινωνική ασφάλιση. Είμαι ανασφάλιστη και με το γάμο αυτομάτως θα μπορεί ο άντρας μου να με ασφαλίσει ως προστατευόμενο μέλος”. Πέρα από τις κοινωνικές παροχές, ο παντρεμένος χρήζει όντως μεγαλύτερης κοινωνικής αποδοχής και το αντίστροφο;

Τα ήθη και τα έθιμα και εν γένει οι στάσεις και οι συμπεριφορές του κοινωνικού συνόλου φαίνεται να υποστηρίζουν το γάμο ως ενήλικη επιλογή. Μετά το γάμο όλοι οι καλεσμένοι γράφουν ευχές για το ζευγάρι,  επενδύουν και χρηματικά για να τους πάρουν δώρα για το νέο ξεκίνημα ανεξαρτήτως αν η επιλογή του συντρόφου είναι μία ενδεχομένως λάθος, βιαστική ή ανώριμη επιλογή. Αντιστρόφως, αν κάποιος ανακοινώσει ότι δε θα προχωρήσει σε γάμο κι ότι αποφάσισε να τερματίσει μία μακρόχρονη σχέση, τότε οι αντιδράσεις είναι συνήθως αρνητικές. Οι περισσότεροι τείνουν να συλληπούνται μέχρι και να οικτίρουν τον άνθρωπο που συνειδητά επέλεξε τη μοναχική ζωή από ένα γάμο με “μη συμβατό δότη συναισθημάτων και αναγκών”. Χαρακτηριστικά, έχω παρευρεθεί σε καυγά μεταξύ δύο γυναικών. “Ο σκοπός του ανθρώπου είναι να παντρεύεται και να κάνει παιδιά. Εσύ όμως προτίμησες να ζεις μία ανώριμη ζωή ως αιώνια έφηβη, κάνοντας ταξίδια και βγαίνοντας βόλτες. Το αποτέλεσμα; Να είσαι μόνη και να τα έχεις χαμένα”.  Αφού είναι τόσο βαθιά ριζωμένο το στερεότυπο του παντρεμένου ως κοινωνικά αποκατεστημένου, γιατί οι άνθρωποι χωρίζουν ή είναι δυστυχισμένοι σε ένα γάμο;

Ο γάμος ως θεσμός είναι σχεδόν σύμφυτος με την ανθρώπινη ύπαρξη κι εξέλιξη. Όχι όμως και ο πετυχημένος γάμος που καλύπτονται βαθιές συναισθηματικές και υπαρξιακές ανάγκες. Δεν είναι λίγοι αυτοί που παντρεύονται γιατί είχαν φθάσει σε “ηλικία γάμου” και δεν άντεχαν την προσωπική τους υπαρξιακή μοναξιά. Εξάλλου, ο κοινωνικός περίγυρος ενισχύει αυτή την κατεύθυνση μέσω πιέσεων. “Εσύ πότε με το καλό θα νοικοκυρευθείς;” “Ή μικρός παντρέψου, ή μικρός καλογερέψου” ή ακόμα πιο αυστηρά “Για να μην έχει παντρευτεί μέχρι στιγμής, κάποιο κουσούρι θα έχει”. Μπορεί να διανύεται μία μεταβατική περίοδος ως προς την οικογενειακή οργάνωση και τις νέες μορφές οικογένειας, όμως ο γάμος ως κοινωνική συνθήκη πολύ δύσκολα θα εκλειψει, διότι όχι μόνο σε κοινωνικό, αλλά και σε ατομικό επίπεδο ο καθένας αποκτά υπόσταση, αξία και νιώθει προστατευμένος και σημαντικός έναντι των εξωτερικών κινδύνων. Επομένως καλύπτονται πολλαπλές ανάγκες σε πολλαπλά επιπεδα οι οποίες είναι παρόμοιες καθ’ όλη την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Γιωσαφάτ, Μ. (2014). Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί; Αθήνα: Αρμός

Sarkisian, N., & Gerstel, N. (2016). Does singlehood isolate or integrate? Examining the link between marital status and ties to kin, friends, and neighbors. Journal of Social and Personal Relationships, 33, 361-384.