Χριστίνα Βαϊζίδου
Ψυχίατρος- Ψυχοθεραπεύτρια

                                                                                                                                            Δήμητρα Κόκκαλη
Φιλόλογος

            Πολλές φορές, όταν η μνήμη μου ανατρέχει στα περασμένα και κόβει βόλτες στους δρόμους και στα bar της Θεσσαλονίκης, σταματά γελώντας σε κάποια πτώση. Κυριολεκτική. Μεγαλειώδη. Χορεύαμε και πέφταμε, γελούσαμε και πέφταμε, αγκαλιαζόμασταν και πέφταμε. Το σίγουρο είναι ότι πέφταμε. Και τρώγαμε τα μούτρα μας.

            Σε ένα άλλο, πιο μεταφορικό επίπεδο δε, βιώσαμε πολλές φορές την πτώση από τον ατομικό θρόνο της προσωπικής μας ασφάλειας μέσω της απόρριψης σε φιλικό και ερωτικό επίπεδο, πολύ πριν αναγκαστούμε ενδεχομένως να το βιώσουμε σε επαγγελματικό. Κάποτε είχα πει σε μία φίλη, η οποία αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να εκφράσει τα συναισθήματά της, ότι δεν πρέπει να το σκέφτεται, γιατί το μόνο που έχει να χάσει είναι η ηρεμία της και λίγη αξιοπρέπεια, τίποτα δηλαδή που δεν επανορθώνεται.

            Πού πήγε όμως πλέον αυτή η ανοχή στην απόρριψη; Γιατί οι νεότερες γενιές φοβούνται τόσο να εκφραστούν και να εκτεθούν; Ένα μήνυμα που δεν έλαβε απάντηση, μία κλήση που έμεινε αναπάντητη, μία δουλειά στην οποία δε μας δέχτηκαν, ένα βλέμμα που δε μας ανταπέδωσαν, μία φιλία που δεν εξελίχθηκε όπως περιμέναμε και η καταστροφή βρίσκεται προ των πυλών. Η απόρριψη καραδοκεί σε διάφορους τομείς της ζωής μας και ορισμένες φορές το ενδεχόμενό της και μόνο επηρεάζει τις κινήσεις μας και μας περιορίζει, γεγονός το οποίο συναντάται ολοένα και συχνότερα στις νέες γενιές.

            Όταν μας απορρίπτουν ενεργοποιούνται τα ίδια μονοπάτια του εγκεφάλου, τα οποία ενεργοποιούνται κι όταν βιώνουμε σωματικό πόνο. Άρα το ερώτημα, το οποίο τίθεται είναι εκείνο της ανοχής αλλά και των συναισθηματικών και νοητικών προεκτάσεων που δίνουμε στο βίωμα του πόνου.

            Μεγαλώνοντας σε ένα υγιές και ώριμο οικογενειακό περιβάλλον, μαθαίνουμε να πειραματιζόμαστε με τους γονείς μας ως προς το δίπολο αποδοχή- απόρριψη. Το παιδί, βιώνοντας την αποδοχή μέσα στη θαλπωρή της οικογένειας, θα οικοδομήσει ένα βαθύ αίσθημα ασφάλειας, αυταξίας και αυτοεκτίμησης, το οποίο θα μετριάσει αργότερα τις αυτόματες νοητικές προεκτάσεις μιας ενδεχόμενης απόρριψης. Ταυτόχρονα όμως καλείται να γνωρίσει τα όρια -όπερ μεθερμηνευόμενο εστί, τα πρώτα “όχι” της ζωής του- αλλά και να τα αποδεχτεί, συνεχίζοντας να προσπαθεί, να διεκδικεί, να ζει.

            Ο άνθρωπος, ο οποίος μεγαλώνει μέσα σε ένα απορριπτικό περιβάλλον μαθαίνει την αγάπη “κατά συνθήκη”. Γίνεται έτσι συχνά συγκαταβατικός και παθητικός. Ο φόβος της απόρριψης αμβλύνει τις ανασφάλειες και μπορεί ακόμη και να καταρρίψει την ανάγκη του ατόμου για ισοτιμία στις σχέσεις, για διεκδίκηση. Βλέπουμε έτσι άτομα με καταπιεσμένα συναισθήματα και θαμμένες προσωπικές ανάγκες, τα οποία βιώνουν την πιθανότητα αντίστασης, λήψης πρωτοβουλιών, διεκδίκησης ή και αποχώρησης από κάποιας μορφής σχέση ως δύσκολη ή ακόμη και αδύνατη. Το άτομο περιχαρακώνεται και ακινητοποιείται με μοναδικό μέλημα να μη βιώσει ξανά την απόρριψη. Με τον όρο «αυθεντικός εαυτός» αναφερόμαστε στα αισθήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του παιδιού, που δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τους γονείς. Αυτή τη γονεϊκή συμπεριφορά το παιδί την εκλαμβάνει ως απόρριψη και καταφεύγει στην δημιουργία ενός ψεύτικου εαυτού. Αυτό σημαίνει ότι υιοθετεί συμπεριφορές που θεωρεί ότι είναι αποδεκτές, σύμφωνα με τα μηνύματα που λαμβάνει. Πρόκειται για έναν εαυτό που σταδιακά αναπτύσσεται και καθορίζεται από το οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, και διευρύνεται σε όλους τους τομείς τη ζωής του ατόμου. Από ένα σημείο και έπειτα το άτομο αδυνατεί να διαχωρίσει ποιο πραγματικά είναι, με αποτέλεσμα η αρχική διέξοδος να αποτελεί μια αόρατη φυλακή.

            Πολλοί άνθρωποι πλέον ζουν μέσα στην απομόνωση ή σε μία στείρα, χωρίς ρίσκα και πληθώρα ανθρώπινων επαφών καθημερινότητα, προκειμένου να μη βιώσουν την εγγύτητα, η οποία μπορεί να επιφέρει το τρομακτικό εκείνο “όχι”. Η μία πιθανή εξήγηση είναι αυτή του απορριπτικού γονεϊκού περιβάλλοντος, η οποία προαναφέρθηκε. Η άλλη αφορά επίσης στον τρόπο διαμόρφωσης της προσωπικότητάς μας και εξηγεί εν μέρει και τη διαφοροποίηση που παρατηρείται στις νεότερες γενιές: Λόγω έλλειψης χρόνου πολλές φορές τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς όρια. Σε αυτό συνεισφέρει ιδιαίτερα η τεχνολογία και η αίσθηση της παντοδυναμίας του “εδώ και τώρα”, την οποία αποκτούν μέσω αυτής. Δε μαθαίνουν έτσι το όχι, την απογοήτευση, τη ματαίωση, την απόρριψη. Αν σ’ αυτό προστεθεί και η αποξένωση σε επίπεδο ανθρώπινης διαντίδρασης και κοινωνικών συναναστροφών, τότε μπορούμε ευκολότερα να συνθέσουμε το παζλ. Τα παιδιά του “ναι” ενηλικιώνονται κάποια στιγμή και χωρίς να έχουν μάθει να φλερτάρουν, να διεκδικούν, να καταστρώνουν σχέδια, να χάνουν, να ακούν το όχι, να κλαίνε, να πέφτουν και να σηκώνονται γενικά, βρίσκονται ξαφνικά στον πραγματικό κόσμο. Και εκείνος είναι γεμάτος εκπλήξεις και απροσδόκητα.

            Οι συναισθηματικές προεκτάσεις αφορούν σε καταθλιπτικά ή έστω μελαγχολικά συχνά συναισθήματα, σε αίσθημα ντροπής αλλά και θυμού ή επιθετικότητας. Η απόρριψη προκαλεί δυσφορία, ματαίωση, αίσθημα αβοήθητου και μια απίστευτη μιζέρια.

            Στο γνωσιακό επίπεδο μπορεί να βλάψει σοβαρά την αυτοεκτίμησή μας και να επηρεάσει το αίσθημα του ανήκειν που διακαώς αναζητούμε. Ταυτόχρονα, πληγώνεται ο εγωισμός μας. Νιώθουμε ότι δεν αξίζουμε ή ακόμη και ότι δε θα μπορέσουμε ποτέ να βρούμε αυτό που θέλουμε.

            Πώς μπορούμε να γίνουμε πιο ανθεκτικοί στις ενδεχόμενες “επιθέσεις”; Πρέπει να αρχίσουμε από μικρή ηλικία να δοκιμάζουμε, να αναζητούμε, να μη φοβόμαστε να εκτεθούμε. Μόνο αν δοκιμάσουμε π.χ. να ζωγραφίσουμε θα καταλάβουμε αν το χέρι μας δεν κάνει για μολύβι, μόνο αν εκφράσουμε σε κάποιον τα συναισθήματά μας θα μάθουμε πως είναι να πονάς από έρωτα, να διεκδικείς, να χάνεις, να σηκώνεις κεφάλι ξαφνικά και να βλέπεις κάτι ακόμη πιο όμορφο μπροστά σου. Η ζωή τότε θα έχει αποκτήσει ένα νόημα που θα το έχουμε ορίσει αποκλειστικά εμείς.

            Και τί γίνεται όταν τελικά “πέσουμε” (μιας και αυτό είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα συμβεί); Θα σηκωθούμε!

  1. Αγαπήστε τον εαυτό σας. Μόνο τότε θα προσδιορίσετε εσείς και όχι οι άλλοι, το ύψος των ικανοτήτων σας αλλά και των προσδοκιών σας, ώστε να είστε σε θέση να μην τραυματίζεστε κάθε φορά που κάποιος σας απορρίπτει. Εξάλλου η αυτογνωσία και η αυτοπεποίθηση είναι το “αντίδοτο” της απόρριψης διότι η σιγουριά αυτή εκπέμπεται στις στις συναναστροφές σας.
  2. Σκεφτείτε ρεαλιστικά: Η απόρριψη δε σημαίνει πάντα κάτι αρνητικό για την προσωπικότητά σας. Απλά δεν ανταποκρίνεστε μία δεδομένη χρονική στιγμή στις ανάγκες κάποιου ατόμου. Π.χ. αν πάλι εξομολογηθείτε σε κάποιον τον έρωτά σας και αυτός είναι ήδη σε σχέση ή δε θέλει να δημιουργήσει σχέση μαζί σας, αυτό δε σημαίνει ότι εσείς υστερείτε αλλά ότι είστε κάτι διαφορετικό τη δεδομένη χρονική στιγμή.
  3. Απεγκλωβιστείτε από τραυματικά βιώματα του παρελθόντος. Η επόμενη σχέση ή εμπειρία δεν είναι πανομοιότυπη της προηγούμενης!
  4. Δώσε χώρο και χρόνο στον εαυτό σου. Τις περισσότερες φορές, όταν αναδρομικά προσπαθούμε να σκεφτούμε πόσο πονέσαμε στις αντίστοιχες καταστάσεις, τείνουμε να θυμόμαστε ένα συναίσθημα μικρότερης έντασης. “Γεγονότα, όχι αναμνήσεις. Η μνήμη μπορεί να αλλάξει το σχήμα ενός δωματίου. Η μνήμη αλλοιώνεται. Είναι ερμηνεία, όχι δεδομένο…”(Memento, Christopher Nolan, 2000)
  5. Βίωσε τα συναισθήματα όσο επώδυνα και αν είναι και αναρωτήσου τι έχεις να χάσεις. Μάθε από αυτά.
  6. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου! Όσα συναισθήματα και όσες σκέψεις και αν φέρει μαζί της η ενδεχόμενη πτώση, δεν υπάρχει τίποτα που δε θα “περάσει”.

Πριν από χρόνια, όποτε μια φίλη με ρωτούσε για κάτι που εμπεριείχε ακριβώς το ρίσκο της απόρριψης, “να το κάνω;”, η απάντησή μου ήταν σαφής: ναι και πάλι ναι! “Τι έχεις να χάσεις; Την ησυχία σου και λίγη αξιοπρέπεια! Ε,και; Τίποτα που δεν επανορθώνεται!”. Και χρόνια μετά εξακολουθούμε να πέφτουμε. Σε bar και σε συναυλίες. Η μία πάνω στην άλλη ή στον αέρα, φαντασμαγορικά και πλαγιομετωπικά. Για να ξανασηκωθούμε.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

  • Social rejection shares somatosensory representations with physical pain, Ethan Kross, Marc G. Berman, Walter Mischel, Edward E. Smith, Tor D. Wagerd, PNAS USA, 2011
  • The need to belong: Desire for interpersonal attachments as a fundamental human motivation, Baumeister, R. F., Leary, M. R., Psychological Bulletin, 117, 497–529, 1995
  • Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας ή το δράμα του προικισμένου παιδιού, Alice Miller, Εκδόσεις Ροές, 2010, ISBN13 9789602831373