Κείμενο: Αλίκη Κατσαρού


Την ημέρα που με προσέλαβαν, κέρασα τη μάνα μου και αγόρασα ένα φτηνό παιχνίδι στην κόρη μου. Δεν της είχα χαρίσει τίποτα, για μήνες. Πολλές φορές, τα ρούχα που μου έδιναν από την εκκλησία, τα έβαζα σε χάρτινες σακούλες και της έλεγα πως τα αγόρασα καινούργια. Η Χριστίνα δεν ξέρει ακόμα να ξεχωρίζει τις σακούλες από τα εμπορικά καταστήματα, ίσα που ξέρει να διαβάζει, πάει Πρώτη Δημοτικού.

Η άλλη Χριστίνα, η μάνα μου, κάνει ό, τι μπορεί για να κρατάει το δυάρι μας όμορφο και για να μην καταλαβαίνει η μικρή τις δυσκολίες. Τώρα θα αναλάμβανε το παιδί όλη νύχτα γιατί θα δούλευα 9 με 9. Θα πρόσεχα έναν ηλικιωμένο κύριο που ήταν κατάκοιτος και ανοϊκός.

Ήμουν πολύ χαρούμενη. Νοσηλεύτρια ήμουν, εύκολα θα τα έβγαζα πέρα, ήξερα καλά τη δουλειά μου. Επίσης, δε θα καθόμουν όλη τη νύχτα ξάγρυπνη, η συμφωνία ήταν να κοιμάμαι στο διπλανό δωμάτιο του ασθενή. Τα χρήματα καλά. Μαζί με τη σύνταξη της μάνας μου θα ζούσαμε, ας πούμε με αξιοπρέπεια.

Η πρώτη εβδομάδα κύλησε καλά. Το παιδί καταλάβαινε πως ήταν ανάγκη να λείπω, όπως ίσως καταλάβαινε πως τα ρούχα της εκκλησίας δεν ήταν καινούργια, χωρίς να μιλάει. Ούτε στενοχωρημένη έδειχνε, ούτε παραπονιόταν.

Ευτυχώς, το Χριστινάκι καταλαβαίνει.

Η δεύτερη εβδομάδα κύλησε ακόμα καλύτερα και όταν τέλειωσε ο μήνας και πήρα τον πρώτο μισθό από το γιο του ασθενούς μου, ένιωσα σιγουριά και αυτοπεποίθηση μετά από δυο χρόνια ανεργίας και ανασφάλειας.

Τη συμφωνία την είχα κάνει με αυτόν και τη σύζυγό του, αλλά στο σπίτι του ασθενούς ερχόταν μονάχα εκείνος. Ψηλός, χοντρός, μιλούσε δυνατά και ίσως λίγο περισσότερο από όσο μιλούσε την ημέρα που τους γνώρισα με τη γυναίκα του.

Μετά την πρώτη πληρωμή μου, πύκνωσε τις επισκέψεις του. Φαντάστηκα πως νοιαζόταν πολύ για τον πατέρα του. Εισέβαλε μάλιστα στο σπίτι κάνα δυο φορές μετά τα μεσάνυχτα. Και πάλι φαντάστηκα πως ελέγχει κατά πόσο φέρομαι καλά στον ηλικιωμένο.

Όταν όμως αυτό συνέβη τρίτη και τέταρτη φορά, κι όταν κάποιες βραδιές μύριζε αλκοόλ, άρχισα να δυσανασχετώ. Κυρίως επειδή δεν έμπαινε καν στην κάμαρα του ηλικιωμένου, παρά με φώναζε στο σαλόνι να του κάνω παρέα.

Δεχόμουν εγώ. Φοβόμουν μην χάσω την δουλειά μου. Είχα και μοναξιά, του μίλαγα.

Μετά από κάποια βράδια επαναλαμβανόμενων επισκέψεων άρχισε τις προσωπικές ερωτήσεις, τα κομπλιμέντα, τα “ξέρεις είμαι εχέμυθος εγώ” τα τι να την κάνω τη παλιοκασέλα” για τη σύζυγό του, στράβωσα εγώ.

Φοβόμουν όμως μη χάσω τη δουλειά μου. Τον απέφευγα ευγενικά αλλά μέσα μου δυσανασχετούσα.

Ένα Σαββατόβραδο, γιατί χωρίς ρεπό ήταν συμφωνημένη η δουλειά, μπήκε στο σπίτι μες στις δώδεκα, άκουσα που με φώναξε, ντύθηκα γρήγορα γιατί ήμουν με το νυχτικό και μόλις μπήκα στο σαλόνι μου είπε “έτσι κοιμάσαι εσύ, με τα ρούχα;“. Μου έπιασε το μπράτσο με δύναμη, πλησίασε το στόμα του στο δικό μου και με κοιτούσε έντονα και εγώ δε μίλησα, παρά τραβήχτηκα με δύναμη και δεν μπόρεσα γιατί μου έσφιγγε το μπράτσο και τότε είπα “θα φωνάξω“.

Ποιος θα σ’ ακούσει;” απάντησε, “αφού θέλεις” είπε, δε φώναξα “όχι” αλλά μουρμούριζα “αφήστε με” στον πληθυντικό, μάλιστα, και όπως τραβιόμουν με πίεσε σε έναν τοίχο και έπεσε πάνω μου, και όπως προσπαθούσα να τον σπρώξω, ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα και μπήκε η σύζυγός του και φώναξε “σας παρακολουθώ μέρες“.

Εκείνος την κοίταξε σαστισμένος, εγώ πήγα να ψελλίσω κάτι αλλά δεν μπόρεσα γιατί εκείνη μου είπε “Πουτάνα, θέλεις να μου χαλάσεις το σπίτι, τσακίσου φύγε, τσούλα“. Κι εγώ έφυγα και άφησα εκεί το νυχτικό και το βιβλίο μου και τη σιγουριά πως δε θα ξαναβρώ ποτέ δουλειά γιατί η πόλη μας είναι μικρή και το ζευγάρι των πρώην εργοδοτών μου θα καταστρέψουν το όνομά μου και πάλι θα ζούμε με τη σύνταξη της μεγάλης Χριστίνας.

Ευτυχώς, το Χριστινάκι καταλαβαίνει.