Κείμενο: Αντώνης Κοντάκης
Φυσικοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Μπαίνω στο ταξί με απροθυμία. Είναι μια Mercedes, από τα τελευταία μοντέλα. Πριν λίγο καιρό θα μπορούσα να είμαι ο κάτοχός της. Άτιμη οικονομική κρίση με στράγγισες. Δερμάτινα καθίσματα, άνεση χώρων και ένα σύγχρονο καντράν που μοιάζει περισσότερο με cockpit αεροπλάνου. Κάθομαι με πίκρα στα πίσω καθίσματα και με απροθυμία λέω στον οδηγό να με πάει στο πρακτορείο των λεωφορείων. Εγώ σε πρακτορείο λεωφορείων. Γαμώ την τρέλα μου. Ο κόμπος στη φωνή μου έντονος. Λίγο η περηφάνεια μου, περισσότερο η μελαγχολία μου. Στη διαδρομή ακούγεται κλασική μουσική. Οι νότες του Μπαχ με χαστουκίζουν με αρμονία, ενώ τα pizzicato του Παγκανίνι με τσιμπούν σε όλο μου το σώμα. Αγόρασε ένα ταξί και πουλάει επίπεδο το ταγάρι. Όταν εγώ άκουγα άριες, αυτός μπέρδευε τον Καβάκο με τον Καζάκο. Παλιοκαπιταλισμέ, σα στυμμένη λεμονόκουπα με πέταξες.

Φτάνουμε σχετικά γρήγορα στον προορισμό μας. Λεωφορεία αραδιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο σε διάφορους χρωματισμούς. Πορτοκαλί, μπλε, πράσινα, κίτρινα, μεταλλικά αντικείμενα σαν κάμπιες άκαμπτες. Τριγύρω κόσμος βαριεστημένος και αλαφιασμένος. Κάποιοι αργοπορημένοι ψάχνουν το σωστό λεωφορείο. Οι υφασμάτινες τσάντες κρέμονται στους ώμους και οι πλαστικές κρατιούνται από κουρασμένα δάκτυλα. Ένας γέρος πετάει το χαρτί από μια τυρόπιτα κάτω. Παραδίπλα μια οικογένεια κοιμάται πάνω στα καθίσματα. Ένας παχουλός κύριος χασμουριέται πιο πέρα και μια κυρία με βουλιμία τρώει έναν λουκουμά. Μια μπούρκα θέλω, να βλέπω ελάχιστα και να μη με βλέπουν.

Ελπίζω το λεωφορείο να μην είναι γεμάτο. Παρακαλώ να είναι η διπλανή μου θέση άδεια. Έστω αυτό. Πόσα ζητάω ο έρμος, που ξέπεσα στων φθηνών μέσων μαζικής μεταφοράς την ανάγκη. Δε θα αντέξω τόση ώρα δίπλα στον οποιοδήποτε. Η υπομονή έχει και τα όριά της. Αν ροχαλίζει, θα τον σπρώξω. Αν μιλάει συνέχεια, θα του κάτω παρατήρηση. Ακούω τις ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα. Σε πέντε λεπτά φεύγω. Πολλοί προορισμοί αναχωρούν ταυτόχρονα. Η σύγχυση των επιβατών δεδομένη. Σα μυρμήγκια κινούνται που έριξες χώμα στη φωλιά τους. Είναι και αυτοί που δε στροφάρουν. Αρκετοί από δαύτους μαζεύτηκαν εδώ. Το λεωφορείο μου είναι πορτοκαλί. Προς τα εκεί κατευθύνεται ο γέρος, η οικογένεια, ο κύριος και η κυρία. Ωραία ξεκινάμε το ταξίδι. Φυσιολογικά θα έπρεπε να είμαι πίσω από το τιμόνι μου, να ακούω τη μουσική που γουστάρω και δίπλα μου να έχω το κουτάκι με τη μπύρα.

Ανεβαίνω με απογοήτευση τα σκαλιά. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι όσες περίπου και οι ώρες του ταξιδιού. Ψάχνω να βρω μια θέση. Κάπου να μην έχει κόσμο. Να μη μυρίζω, να μην ακούω, να είναι σα να μη ζω. Πηγαίνω προς τα πίσω. Τριγύρω μου βλέπω πόδια απλωμένα και παπούτσια βγαλμένα. Πόσο να αντέξει ένας άνθρωπος τούτη τη δυστυχία. Βρίσκω δυο θέσεις άδειες. Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο. Θέλω να ακουμπώ τη δροσιά του. Κλείνω τα μάτια μου και εύχομαι να φύγουμε. Μετράω τα λεπτά, ακούω τους ήχους, νιώθω το τράνταγμα από τις πατημασιές.

Ο οδηγός βάζει μπρος τη μηχανή. Είμαι στην κόλαση, αλλά η μοναξιά του καθίσματος είναι μια αχτίδα ελπίδας. Η άδεια καρέκλα δίπλα μου μοιάζει με την απεραντοσύνη του παραδείσου. Να κλείσει η πόρτα θέλω. Το λεωφορείο ξεκινάει. Περνάμε τις φανταχτερές πινακίδες που οδηγούν στην έξοδο της πόλης. Ο γέρος ρεύεται και γέλια ξεσπούν από μπροστά του. Η οικογένεια διαφωνεί για το τι θα φάει το μωρό. Η γυναίκα βγάζει το στήθος και θηλάζει. Ο κύριος παραδίπλα, κοιτάει κρυφά με περιέργεια τις θηλές της. Η κυρία βγάζει από την τσάντα της έναν λουκουμά.

Έξω νύχτωσε για τα καλά. Λίγες ώρες ακόμη μένουν και θα ξεφύγω από τον μεταλλικό μου εφιάλτη. Το λεωφορείο κόβει ταχύτητα. Μέσα στη μέση του πουθενά, γιατί; Όλοι σηκώνουν τα κεφάλια τους πάνω από τις καρέκλες. Ο οδηγός στη θέση του ξύνει το κεφάλι του με το μεγάλο νύχι του δακτύλου. Πατάει το κουμπί και ανοίγει η πόρτα. Ανεβαίνει κάποιος μεσήλικας. Τραγιάσκα στο κεφάλι, κιτρινισμένο μουστάκι και δύο βρώμικα χέρια που αρπάζουν τις κουπαστές στις σκάλες. Σηκώνομαι πάνω με αγωνία και ρίχνω μια ματιά στο εσωτερικό. Καμία άδεια θέση. Μόνο αυτή δίπλα μου. Μόνο αυτή.

Έρχεται προς τα μένα τρεκλίζοντας. Στέκεται από πάνω μου. Απλώνει το χέρι του και με σκουντάει. Ακούω μια φωνή. Ακούω μια φωνή γυναικεία και σίγουρα δεν είναι η δική του.

«Κύριε. Κύριε. Συγγνώμη. Μήπως θα μπορούσατε να αλλάξετε στάση στο σώμα σας, γιατί ροχαλίζετε έντονα και ενοχλείτε τους υπόλοιπους επιβάτες;»

Ξυπνάω. Χαϊδεύω με τα δάκτυλά μου το κιτρινισμένο μουστάκι μου. Σκύβω να πιάσω την τραγιάσκα μου που έπεσε κάτω. Τα χέρια μου είναι λερωμένα από τη μελάνη. Η άτιμη η πένα, ακριβώς πριν την αναχώρηση βρήκε τη στιγμή να χαλάσει. Ροχαλίζω, λέει η αεροσυνοδός. Ίσως με πείραξαν οι λουκουμάδες. Έπρεπε να σταματήσω στους δύο. Κοιτάζω προς τα πίσω. Ενοχλήθηκαν τα ταγάρια, το παλιολιγούρια. Ξαπλώνω αναπαυτικά προς τα πίσω. Είναι τόσο άνετα στην πρώτη θέση.