Άρθρο: Δημήτρης Βαγενάς
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Μαρία-Ανδρονίκη Τραυλού
Φιλόλογος-Γλωσσολόγος


Στη δραματική ταινία του Τοντ Φιλντ «Little children» (2006), γνωστή στην Ελλάδα με τον τίτλο «Κρυφές επιθυμίες», ο Μπραντ περνάει περισσότερες ώρες με τον γιο του, Άρον, απ’ ότι η σύζυγός του, η οποία σε αντίθεση μ’ αυτόν εργάζεται και συντηρεί την οικογένειά της. Το τετράχρονο αγοράκι δείχνει να περνάει καλά με τον πατέρα του που παίζει μαζί του και το πηγαίνει στην παιδική χαρά. Ωστόσο, ο Μπραντ ενοχλείται από την εμμονή του γιου του να φοράει συνεχώς το ίδιο καπέλο, το οποίο, αν και προσέχει σαν κόρη οφθαλμού τις ώρες που είναι με τον πατέρα του, ξεφορτώνεται αμέσως μόλις επιστρέφει η μητέρα του στο σπίτι, δίνοντας στον Μπραντ την εντύπωση πως όλη η μέρα πέρασε πληκτικά για τον γιο του και μόνο η εμφάνιση της μαμάς τής έδωσε το νόημα που της έλειπε.

Παρότι πρόκειται για μυθοπλασία, οι ήρωες της ταινίας είναι ρεαλιστικότατοι και η συμπεριφορά του μικρού Άρον θα μπορούσε να ερμηνευτεί βάσει της θεωρία του μεταβατικού αντικειμένου που εισήγαγε ο Ντόναλντ Γουΐνικοτ. Σύμφωνα με τον Άγγλο παιδίατρο και ψυχαναλυτή, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας τείνουν να προσκολλώνται σε συγκεκριμένα αντικείμενα, όπως αρκουδάκια, κούκλες, κουβερτούλες ή ακόμα και ρούχα ή καπέλα, όπως στην περίπτωση του μικρού Άρον, στην προσπάθειά τους ν’ ανακουφιστούν από την απουσία της μητέρας τους ή εν γένει του προσώπου με το οποίο είναι περισσότερο δεμένα. Το αντικείμενο αυτό, αντικαθιστώντας συνήθως το πιπίλισμα του αντίχειρα, προσφέρει ασφάλεια στο παιδί, ενώ η στέρησή του δημιουργεί κλάματα και συναισθήματα δυσφορίας.

Η θεωρία του Γουΐνικοτ φαίνεται πως έχει χρησιμοποιηθεί και σε ταινίες και σειρές κινουμένων σχεδίων, απευθυνόμενες κυρίως σε παιδιά, όπου οι ήρωες έχουν περάσει, βέβαια, την προσχολική ηλικία και τα μεταβατικά αντικείμενα είναι ζώα που παραπέμπουν, ωστόσο, σε λούτρινα κουκλάκια. Έτσι, η γλυκύτατη Κάντι – Κάντι, συνοδεύεται πάντα από το αγαπημένο της ρακούν, το οποίο καταφέρνει να πάρει μαζί της ακόμα και στο αυστηρότατο κολλέγιο της Αγγλίας όπου φοιτά, ο νεαρός Αλαντίν, στην ομώνυμη ταινία της Ντίσνεϊ, δεν αποχωρίζεται ποτέ του τη μαϊμού του, τον Αμπού, ενώ η γοητευτική τσιγγάνα Εσμεράλδα, στην «Παναγία των Παρισίων», τριγυρνάει ολόκληρο το Παρίσι συντροφιά με την κατσίκα της, Τζαλί. Τα ζώα αυτά αποτελούν προεκτάσεις των ηρώων, αλληλεπιδρώντας συνεχώς μαζί τους με μορφές μη λεκτικής επικοινωνίας, αποδοκιμάζοντας ή επιδοκιμάζοντας τις εκάστοτε συμπεριφορές και αποφάσεις τους, ενώ έχουν τα ίδια συναισθήματα με τους συνοδούς τους, συμπαθώντας κι αντιπαθώντας τους ίδιους χαρακτήρες της ταινίας.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, τα μεταβατικά αντικείμενα τείνουν ν’ αντισταθμίζουν την απουσία της μητέρας, γι’ αυτό και όλοι οι προαναφερθέντες ήρωες μεγαλώνουν χωρίς τους γονείς τους: στη μελοδραματική «Κάντι – Κάντι» η πρωταγωνίστρια μεγαλώνει σ’ ένα ορφανοτροφείο και λίγο μετά υιοθετείται από μια πλούσια οικογένεια, ενώ ο Αλαντίν ζει μόνος του στην Άγκραμπα, χωρίς οικογένεια. Όσο για την Εσμεράλδα, στην ταινία της Ντίσνεϊ δε γίνεται καμία αναφορά στους γονείς της, ενώ στο κλασικό βιβλίο του Βίκτωρ Ουγκώ, η νεαρή τσιγγάνα προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει τη μητέρα της. Παρότι το σημαντικό αυτό μυθιστόρημα δεν έχει πολλά κοινά με την ταινία της Ντίσνεϊ, ο Ουγκώ περιγράφει την Εσμεράλδα να συνοδεύεται συνεχώς από την κατσίκα της, στην οποία, μάλιστα, έχει μάθει να σχηματίζει με γράμματα το όνομα του αγαπημένου της, Φοίβου, αποτελώντας, έτσι, ένα μεταβατικό αντικείμενο που όχι μόνο τη συνοδεύει σε κάθε της βήμα, αλλά συμμερίζεται πλήρως τα συναισθήματά της.

Αρκετοί γονείς, όπως ο Μπραντ στο «Little children», πολύ συχνά ενοχλούνται όταν τα παιδιά τους προσκολλώνται σε συγκεκριμένα αντικείμενα, χαρακτηρίζοντας τη συμπεριφορά τους εμμονική, ωστόσο δεν πρέπει να υποτιμούν το γεγονός πως χάρη στα αντικείμενα αυτά τα παιδιά έχουν λιγότερο άγχος και βιώνουν περισσότερα θετικά συναισθήματα. Όσον αφορά, μάλιστα, παιδιά που δε θέλουν να μένουν στο δωμάτιό τους και κλαίνε όταν δεν τ’ αφήνουν να κοιμούνται μαζί με τους γονείς τους, η μαξιλαροθήκη της μητέρας ή κάποιο ρούχο στο οποίο έχει μείνει η μυρωδιά της μπορούν να λειτουργήσουν ως μεταβατικά αντικείμενα, απομακρύνοντας το παιδί από την κρεβατοκάμαρα των γονιών και κάνοντάς το σταδιακά πιο αυτόνομο. Συνεπώς, το μεταβατικό αντικείμενο είναι αρκετές φορές άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μυρωδιά, όχι μόνο τη μητέρας, αλλά και του ίδιου του παιδιού, που σε ορισμένες περιπτώσεις επιμένει να φοράει συνεχώς την ίδια πιτζάμα ή να χρησιμοποιεί την ίδια κουβερτούλα.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Winnicott, D.W. (1953). Transitional objects and transitional phenomena – a study of the first not-me possession. International Journal of Psycho-Analysis. 34, pp. 89 – 97.

Winnicott, D.W. (1993). The Family and Individual Development. London: Routledge.