Άρθρο: Χριστίνα Βαϊζίδου,
Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπεύτρια

Επιμέλεια: Θεοδώρα Βαγιώτη,
Φιλόλογος


Η λέξη πανικός συνδέεται ετυμολογικά με το θεό Πάνα. Η σύνδεση αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο Πάνας ήταν γνωστός στη μυθολογία για τον ανεξέλεγκτο τρόμο που προκαλούσε. Σύμφωνα με τις επικρατέστερες παραδόσεις, μόλις τον αντίκρισε η μητέρα του τον εγκατέλειψε τρομαγμένη από τη μορφή που είχε, με δύο κέρατα κατσικιού στο κεφάλι, μυτερά αυτιά, γενειοφόρος και τραγοπόδαρος. Χαρακτηριστικός είναι και ο θρύλος ότι στη Μάχη του Μαραθώνα βοήθησε τους Έλληνες εναντίον των Περσών με δυνατές και τρομακτικές φωνές, επαναλαμβάνοντας ρυθμικά το όνομά του “Παν – Παν – Παν”, με συνέπεια οι Πέρσες, ακούγοντάς τον, να καταληφθούν από «πανικό».

Η πρώτη συστηματική ταξινόμηση της διαταραχής πανικού και γενικότερα των διαταραχών άγχους, πραγματοποιήθηκε το 1894 από τον Σίγκμουντ Φρόυντ που επινόησε τον όρο «αγχώδης νεύρωση» για να περιγράψει μια σειρά κλινικών καταστάσεων που χαρακτηρίζονται από άγχος μαζί με φοβικά και υποχονδριακής φύσεως στοιχεία. Ο Φρόυντ θεωρούσε το άγχος ως αποτέλεσμα μιας εσωτερικής ψυχικής σύγκρουσης.

Στην καθομιλουμένη, ο όρος πανικός χρησιμοποιείται για να περιγράψει ποικίλες καταστάσεις άγχος και φόβου ενώ στην ψυχιατρική αναφέρεται σε μία συγκεκριμένη κλινική οντότητα. Κάθε άτομο έχει «δικαίωμα» να βιώσει μεμονωμένες κρίσεις πανικού, οι επαναλαμβανόμενες όμως συνιστούν τη διαταραχή πανικού (ICD-10: F41.0), η οποία εντάσσεται στις αγχώδεις διαταραχές και χαρακτηρίζεται από ξαφνικές, έντονες και μικρής διάρκειας κρίσεις άγχους. Μια κρίση πανικού είναι ένα ξαφνικό κύμα συντριπτικού φόβου, που έρχεται χωρίς προειδοποίηση και χωρίς οποιοδήποτε προφανή λόγο. Είναι ξεκάθαρα εντονότερο από το απλό και κοινό συναίσθημα του άγχους. Οι κρίσεις αυτές συνοδεύονται επακόλουθα από μία κατάσταση άγχους αναμονής των επομένων κρίσεων, το οποίο με τη σειρά του τροφοδοτεί συμπεριφορές αποφυγής και οδηγεί σε μία γενικευμένη κατάσταση περιορισμού και διαταραχής της διάθεσης (American Psychiatric Association, 1998).

Οι κρίσεις πανικού δεν οφείλονται σε αδυναμία του ατόμου να ελέγξει τον εαυτό του ή σε έλλειψη θέλησης. Αντιθέτως, τα άτομα που υποφέρουν από διαταραχή πανικού είναι συνήθως δυναμικά, τείνουν να ασκούν έντονη ψυχολογική πίεση στον εαυτό τους και θέλουν να έχουν τον έλεγχο. Τους αρέσει η τάξη και η οργάνωση. Θέτουν σε άμεση προτεραιότητα τα προβλήματα των άλλων και αγνοούν συχνά τις δικές τους συναισθηματικές ανάγκες.

Η εμφάνιση των επεισοδίων είναι απότομη και συχνά χωρίς κάποια συγκεκριμένη αιτία. Υπάρχουν βέβαια και οι κρίσεις πανικού, οι οποίες εμφανίζονται πάντοτε κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, ενώ πολλές φορές ο φόβος ότι θα επέλθει μία κρίση πανικού, είναι ικανός από μόνος του να προκαλέσει τα συμπτώματα της κρίσης. Η κρίση πανικού θα πρωτοεμφανιστεί συχνά μετά από κάποιο ψυχοπιεστικό γεγονός, όπως π.χ. ένας χωρισμός. Στη συνέχεια η καταστροφολογική ερμηνεία των ερεθισμάτων που δεχόμαστε και η αίσθηση απώλειας του ελέγχου θα επιφέρει μεγέθυνση του αισθήματος πανικού, δημιουργώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο (Faravelli & Paionni, 2001).

Η οξεία αντίδραση στο stress “δεν είναι συνειδητή”. Ελέγχεται από τα πιο πρωτόγονα κομμάτια του εγκεφάλου μας, πράγμα που σημαίνει ότι η ανάλυση ενός εξωτερικού κινδύνου είναι πολλές φορές αρκετά απλοϊκή. Μάλιστα, δε διαχωρίζεται μεταξύ ενός εξωτερικού κινδύνου, όπως μια τίγρη, και ενός εσωτερικού κινδύνου, όπως μια οδυνηρή ανάμνηση ή μια μελλοντική ανησυχία. Τα αντιμετωπίζει όλα ως μια απειλή που είτε πρέπει να αντιμετωπιστεί είτε πρέπει να αποφευχθεί» (Williams & Penman, 2011).

Η συμπτωματολογία της κρίσης πανικού εμπερικλείει μία σειρά ψυχολογικών φαινομένων, όπως:

  • Κλάμα
  • Αίσθημα επικείμενης καταστροφής ή κινδύνου
  • Αποπραγματοποίηση (αίσθημα μη πραγματικού) ή αποπροσωποποίηση (αίσθημα του ατόμου ότι αποσπάτε από τον ίδιο του τον εαυτό)
  • Αίσθηση αποξένωσης από το περιβάλλον
  • Φόβος του ατόμου ότι θα χάσει τον έλεγχο ή φόβος επερχόμενης τρέλας ή φόβος επερχόμενου θανάτου
  • Αδυναμία προσοχής και συγκέντρωσης.
  • Έντονος φόβος ότι η κατάσταση αυτή θα επαναληφθεί.

Παράλληλα, μέσω της ενεργοποίησης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, εκλύεται νορεπινεφρίνη από τις νευρικές απολήξεις και επινεφρίνη (αδρεναλίνη) από τα επινεφρίδια, προκειμένου να προετοιμαστεί το σώμα για μια αντίδραση «πάλης ή φυγής» μπροστά στον υπαρκτό ή νοητικό κίνδυνο. Η επίδραση των ορμονών αυτών στα διάφορα όργανα, η οποία στην περίπτωση της διαταραχής πανικού δεν οδηγεί όμως στην αντιμετώπιση του επερχόμενου κινδύνου, έχει σαν αποτέλεσμα την «παραγωγή» των σωματικών συμπτωμάτων του πανικού, τα οποία συμπεριλαμβάνουν:

  • Τρόμο
  • Αυξημένη εφίδρωση
  • Ταχυκαρδία και αίσθημα παλμών, αίσθημα στηθάγχης (πόνος στο στέρνο)
  • Δύσπνοια, αίσθημα ασφυξίας/ πνιγμού με επακόλουθο τον υπεραερισμό λόγω γρήγορης και επιπόλαιης αναπνοής
  • Δυσκαταποσία, «κόμπος στο λαιμό»
  • Κεφαλαλγία
  • Ναυτία, κράμπες στην κοιλιακή χώρα
  • Μουδιάσματα ή μυρμηγκιάσματα στα χέρια (αιμωδίες)
  • Μυϊκή ένταση- σφίξιμο, πολλές φορές κράμπες
  • Αύξηση αρτηριακής πίεσης
  • Ζάλη, αίσθημα αδυναμίας και τάση λιποθυμίας
  • Ρίγος ή εξάψεις

Για να γίνει η διάγνωση της διαταραχής πανικού θα πρέπει ο ασθενής να βιώνει επαναλαμβανόμενες κρίσεις με τα παραπάνω συμπτώματα για διάστημα ενός μήνα και τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω:

  1. Επίμονη ανησυχία ότι θα επέλθει ξανά μία κρίση (προσδοκητικό άγχος)
  2. Έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις των συμπτωμάτων
  3. Σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά, οι οποίες στοχεύουν στην αποφυγή της επανεμφάνισης των κρίσεων (Συμπεριφορές Αποφυγής) (American Psychiatric Association, 1998)

Συχνά οι άνθρωποι που βιώνουν μία κρίση πανικού προσέρχονται για αναζήτηση βοήθειας ως έκτακτα περιστατικά σε νοσοκομείο, πρωτίστως λόγω της ομοιότητας των συμπτωμάτων τους με κάποια σωματική πάθηση, όπως π.χ. ένα έμφραγμα μυοκαρδίου και του φόβου που αυτή προκαλεί.

Πριν υποβληθεί σε μία τακτική θεραπεία για τη διαταραχή πανικού, ένας ασθενής  πρέπει να υποβληθεί σε μια λεπτομερή ιατρική εξέταση για να αποκλειστούν άλλες πιθανές αιτίες των συμπτωμάτων, όπως η διαταραχή των επιπέδων των ορμονών του θυρεοειδή, η υπέρταση, η στηθάγχη, το άσθμα, η υπογλυκαιμία, ορισμένοι τύποι επιληψιών ή οι καρδιακές αρρυθμίες καθώς και η τοξίκωση από ορισμένες ουσίες, κυρίως ψυχοαναληπτικές (π.χ. αμφεταμίνες). Εξαιτίας αυτού είναι ζωτικής σημασίας να συμβουλευτούν τα άτομα πρωτίστως έναν ψυχίατρο, προκείμενου να γίνει μία ενδελεχής διαφοροδιάγνωση.

Χωρίς θεραπεία, η διαταραχή πανικού μπορεί να έχει πολύ σοβαρές συνέπειες και να επηρεάσει μέσω αυτών τη λειτουργικότητα του ατόμου. Πιθανές συνακόλουθες κλινικές εικόνες είναι:

  • Φοβίες, αναφερόμενες συνήθως σε αντικείμενα ή καταστάσεις που έχουν συνδεθεί νοητικά με την πρόκληση της κρίσης
  • Κοινωνική φοβία
  • Αγοραφοβία, προκειμένου να αποφύγουν όλες τις καταστάσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια κρίση ή επειδή θεωρούν ότι έξω δε θα είναι σε θέση να έχουν βοήθεια
  • Κατάθλιψη, αφού δεν μπορούν να ακολουθήσουν την καθημερινότητα τους
  • Κατάχρηση αλκοόλ και βενζοδιαζεπινών

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι κρίσεις πανικού δεν αποτελούν κίνδυνο για τη ζωή, προκαλούν όμως έντονο φόβο και επηρεάζουν έτσι την ποιότητα ζωής του ατόμου. Εξαιτίας αυτού, η θεραπευτική αντιμετώπιση της διαταραχής είναι ιδιαίτερα σημαντική, κυρίως προτού αρχίσει ο πάσχων να αναπτύσσει εκτεταμένες τακτικές αποφυγής. Υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές τεχνικές για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων των κρίσεων πανικού, σε πρώτο στάδιο είναι οι τεχνικές χαλάρωσης και η διαφραγματική αναπνοή. Τα φάρμακα εκλογής για τη θεραπεία των κρίσεων πανικού είναι τα αντικαταθλιπτικά, με κυριότερα τους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs). Ιδιαίτερη θέση στη θεραπεία κατέχουν τα ηρεμιστικά, π.χ. οι βενζοδιαζεπίνες (π.χ. Xanax, Lexotanil), κυρίως όμως κατά τις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας ή σαν έκτακτη χορήγηση, προκειμένου να αποφευχθεί η εξαρτησιογόνος δράση τους (Kaplan & Sadock, 1998). Η ψυχοθεραπεία αποτελεί μία κεντρική μέθοδο αντιμετώπισης των κρίσεων πανικού. Ο συνδυασμός φαρμάκων και ψυχοθεραπείας προσφέρει υψηλά ποσοστά επιτυχίας.


Βιβλιογραφικές αναφορές

American Psychiatric Association. (1998). Practice guideline for the treatment of patients with panic disorder. American Journal 155, 5 (suppl.).

Faravelli, C. & Paionni, A. (2001). “Panic disorder: clinical course, morbidity and comorbidity”. In Griez E.J.L., Faravelli C., Nutt D., (Eds): Anxiety disorders: an introdution to clinical management and research. Chichester: Wiley & Sons, pp. 53–80.

Kaplan, H.I. & Sadock, B. J. (1998). “Panic disorder and agoraphobia”. In: Kaplan and Sadok’s synopsis of psychiatry. Lippingott: Williams & Wilkins, pp. 594–602.

Williams, M., & Penman, D. (2011). Mindfulness: a practical guide to finding peace in a frantic world. UK: Hachette.