Άρθρο: Βασίλειος Σκανδάλης
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Γεώργιος Φραγκάκης
Ψυχολόγος – Προσωποκεντρικός Ψυχοθεραπευτής


Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να εισάγει και να συζητήσει κριτικά, μια εναλλακτική ανάγνωση του τι σημαίνει να είμαστε προσωποκεντρικοί θεραπευτές εξετάζοντας προσεκτικά τις διάφορες φύλες της προσωποκεντρικής και αναπτύσοντας ώς ένα σημείο τη θεωρία τους.

Λέξεις κλειδιά: προσωποκεντρική, φυλές, συμβουλευτική, ψυχοθεραπεία, προσεγγίσεις


Από την δεκαετία του 1970, το πεδίο της Προσωποκεντρικής θεραπείας έχει γίνει μάρτυρας μιας αυξανόμενης διαφοροποίησης (Lietaer, 1990) με την ανάδυση διάφορων χαρακτηριστικών “φυλών” (“tribes”) (Sanders, 2004; Warner, 2000). Μερικοί έχουν αμφισβητήσει την νομιμότητα ορισμένων εκ αυτών (Brodley, 1990), ωστόσο, με μια αυξανόμενη έμφαση στην “συμπεριληπτικότητα και το αγκάλιασμα της διαφορετικότητας” εντός του Προσωποκεντρικού και Βιωματικού κόσμου (ΠΚΒ) (Sanders, 2007, σελ. 108), πολλοί θεωρούν τώρα αυτήν την ποικιλομορφία ως μια θετική ποιότητα στην οποία πρέπει να αποδοθεί αξία (Cooper, O’Hara, Schmid, & Wyatt, 2007). Υπό αυτήν τη σκοπιά, κάθε ένα από τα μέλη της ΠΚΒ οικογένειας μπορεί να θεωρηθεί ότι αντλεί και αναπτύσσει, διαφορετικά στοιχεία του έργου του Rogers. Στη παρούσα εργασία θα αναφερθούμε επιγραμματικά στη κλασική πελατοκεντρική προσέγγιση και θα αναπτύξουμε τις: (1) ψυχοθεραπεία προσανατολισμένη στην διαδικασία εστίασης (Focusing), (2) συγκινησιακά εστιασμένη θεραπεία (EFT), (3) συνθετική προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία, (4) προ-θεραπεία (Pre Therapy), (5) βιωματική προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία και (6) εκφραστική τέχνη (Expressive Art).

Κλασική πελατοκεντρική ψυχοθεραπεία

Η κλασική πελατοκεντρική προσέγγιση τοποθετείται χρονολογικά περίπου από το 1950 έως το 1967, και διασταυρώνεται περίπου από το 1957 με τη βιωματική θεραπεία (Pavel, 1975). Την προηγούμενη δεκαετία, πολλοί σύμβουλοι παρερμήνευσαν τον μη-κατευθυντικό της ρόλο ως τεχνική. Το αποτέλεσμα μιας  συνεδρίας ήταν να  βιώνει ο πελάτης το σύμβουλο ως παθητικό,  αδιάφορο ή αμέτοχο. Οι εμπειρίες αυτές ώθησαν το Rogers (1951) να διατυπώσει πληρέστερα τη θεώρησή του, την οποία μετονόμασε σε πελατοκεντρική. Η αλλαγή του ονόματος σηματοδοτεί την αλλαγή του κέντρου βάρους της συμβουλευτικής σχέσης, στο επίκεντρο της οποίας τίθεται ο πελάτης. Ο σύμβουλος καλείται, πλέον, να εστιάσει την προσοχή του στον εσωτερικό, υποκειμενικό κόσμο βιωμάτων του πελάτη. Έτσι, ο ρόλος του συμβούλου που περιοριζόταν στη τεχνική του καθρέφτη (δηλαδή στην επιδερμική αντανάκλαση και παράφραση του λόγου του πελάτη) μετατρέπεται σε στάση, αποσκοπώντας στη βαθύτερη, ενσυναισθητική κατανόηση των βιωμάτων του. Ο Rogers (1972) υποστηρίζει ότι η μέθοδος είναι απαραίτητο να συμφωνεί με τις θεμελιώδεις στάσεις του συμβούλου, διαφορετικά η εφαρμογή της είναι καταδικασμένη να αποτύχει (Μπρούζος, 2004).

Ψυχοθεραπεία προσανατολισμένη στην διαδικασία εστίασης (Focusing)

Η προσανατολισμένη μέθοδο στην διαδικασία εστίασης (Focusing) αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 από τον φιλόσοφο και μετέπειτα ψυχοθεραπευτή Gendlin, ο οποίος αποτελούσε μέρος της ερευνητικής ομάδας του Rogers και συμμετείχε σε εκτεταμένες έρευνες για την αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης. Παρότι βασίστηκε στην φαινομενολογική βάση της προσωποκεντρικής φιλοσοφίας και στις έξι θεραπευτικές συνθήκες[1] -τις οποίες, όμως, δε θεωρούσε από μόνες τους επαρκείς- με την σειρά του, υποστήριξε ότι η θεραπευτική διαδικασία προχωρά αποτελεσματικά όταν ο πελάτης έχει τη δυνατότητα να έρχεται σε επαφή με την εσωτερική και βιωματική του διαδικασία (Purton, 2004), πέρα από τις επιφανειακές περιγραφές γεγονότων, αναλύσεις καταστάσεων ή, από την άλλη μεριά, σε έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις, που όμως μπλοκάρουν την διαδικασία και δε φέρνουν την ποθητή θεραπευτική αλλαγή. Σύμφωνα με το Gendlin, η απάντηση σε αυτή την δυσκολία είναι η χρήση της μεθόδου Focusing, ενός τρόπου που μπορεί κάθε άνθρωπος να διδαχθεί ώστε να έρχεται σε επαφή με τη βιωματική του διαδικασία και τελικά με τον ίδιο του τον εαυτό (Gendlin,2006). Αναλυτικότερα, σε αντίθεση με την προσωποκεντρική, η διαδικασία που ακολουθεί είναι κατευθυντική. Καλεί τους πελάτες να εστιάσουν σε μια σωματικά βιωμένη αίσθησης (felt sense), δηλαδή μια σωματική συνολική αίσθηση που έχουν για μια οποιαδήποτε δεδομένη κατάσταση (Sanders, 2007). Η διαδικασία αυτή στηρίζεται σε έξι βήματα που επικεντρώνονται στη σύνδεση του άμεσου βιώματος με λέξεις ή έννοιες μέσα από τις οποίες ο πελάτης εκφράζει το βίωμά του. Συγκεκριμένα, υποστήριζε πως ο πελάτης που βιώνει λεπτό προς λεπτό τη διαδικασία της Focusing θεραπείας είναι πιο πιθανό να αναπτυχθεί από τον πελάτη που βιώνει μια αποστασιοποίηση από τη σωματική και εσωτερική διαδικασία. Ο Gendlin (2006) θεωρούσε τη μέθοδό του έναν τρόπο για να διευκολύνει τον πελάτη στη δυσκολία συμβολοποίησης και σκοπός της διαδικασίας αυτής δεν είναι μόνο η ανάλυση και η επεξεργασία, αλλά κυρίως η αλλαγή της αίσθησης για κάθε κατάσταση και η ουσιαστική εσωτερική μετακίνησή του (Purton, 2004). Τέλος, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Gendlin δημιουργησε μια καινούργια γλώσσα, γι’ αυτά που ο Rogers παρατηρούσε μέσα από τις συνεδρίες, που τότε κατέγραφε με το μόλις ανακαλυφθέν μαγνητόφωνο. Η Focusing προσέγγιση φαίνεται να εμπλουτίζει την προσωποκεντρική με ένα βιωματικό βάθος που μπορεί ενίοτε να της διαφεύγει. Συμπερασματικά, το κίνημα για την ενσωμάτωση των προσεγγίσεων μπορεί να είναι χρήσιμο, εφόσον οι θεραπευτές αναγνωρίζουν τη σημασία της ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου και πολυδιάστατου μοντέλου που μπορεί να ενσωματώνει διαφορετικές θεάσεις του ανθρώπινου οργανισμού και των αναγκών της ψυχής (Guterman & Rudes, 2005).

Συγκινησιακά Εστιασμένη Θεραπεία (EFT)

Στη συγκινησιακά εστιασμένη θεραπεία (EFT), το συναίσθημα θεωρείται ως θεμελιώδες στην κατασκευή του εαυτού και είναι καθοριστικός παράγοντας της αυτο-οργάνωσης. Στη πάροδο της ζωής, οι άνθρωποι αγωνίζονται να κατανοήσουν τα συναισθήματά τους και το προσωπικό τους νόημα αναδύεται από την εν λόγω αυτο-οργάνωση, την νοηματοδότηση της προσωπικής συναισθηματικής εμπειρίας, τη βέλτιστη προσαρμογή και την ενσωμάτωση της λογικής και του συναισθήματος σε έναν συγκροτημένο εσωτερικό “πύρινα”. Σε αυτή τη διαδικασία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο θεραπευτής έχει το ρόλο ενός “προπονητή συγκίνησης” που στοχεύει στο να βοηθήσει τους πελάτες να συνειδητοποιήσουν, να αποδεχτούν και να κατανοήσουν τη κάθε συναισθηματική τους εμπειρία (Rice & Saperia, 1984).

Η συγκινησιακά εστιασμένη θεραπεία βασίζεται στη παροχή μιας ασφαλούς, παραγωγικής σχέσης που χαρακτηρίζεται από συντονισμό για να επηρεάσει και να επικυρώσει την εμπειρία καθώς και από την ενσυναισθητική ανταπόκριση του θεραπευτή (Elliott, Watson, Goldman, & Greenberg, 2004). Η συναισθηματική υποστήριξη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το θεμέλιο για τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα των ακόλουθων τριών αρχών επεξεργασίας συναισθημάτων: (1) την αύξηση της ευαισθητοποίησης των συναισθημάτων, (2) την ενίσχυση της ρύθμισης των συναισθημάτων, (3) την μετατροπή των συναισθημάτων. Αυτές οι τρεις αρχές λειτουργούν ως γενικός οδηγός για την επιτυχία της συγκεκριμένης προσέγγισης, συμβάλλουν στην κατανόηση των διαφορετικών στόχων της και εξηγούν πώς μπορούν οι άνθρωποι να σχετιστούν με διαφορετικούς τύπους συναισθημάτων και σε διαφορετικούς χρόνους (Greenberg, 2004).

Σημαντικό είναι να αναφερθεί πως, ο Greenberg (1977), παράλληλα με την προσωποκεντρική μελέτησε και τη θεραπεία gestalt μέσω της οποίας εμπλούτισε τη θεωρία χρησιμοποιώντας κάποιες τεχνικές, με τις οποίες οι πελάτες θα μπορούν να έχουν διάφορες ευκαιρίες να εργαστούν με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικούς χρόνους, ανάλογα με το εσωτερικό σημείο στο οποίο βρίσκονται (Elliott, Watson, Goldman, & Greenberg, 2004).  Έτσι, επί της ουσίας, αναφερόμαστε σε έναν συνδυασμό προσωποκεντρικής και gestalt θεραπείας, όπου οι έξι προσωποκεντρικές θεραπευτικές συνθήκες (Σκανδάλης, 2019) γεφυρώνονται με τα μοντέλα της gestalt προσέγγισης (βλ. εργασία με άδειες καρέκλες, διπλή καρέκλα για αυτοδιακοπή, βιωματική εστίαση για ασαφή αισθάνθηκε λογική και ενσυναίσθητη επιβεβαίωση για ενσυναίσθηση) (Greenberg, 1977). Με τα παραπάνω, οι πελάτες, καταφέρουν να  επιλύσουν βασικά θεραπευτικά καθήκοντα προκειμένου να διευκολύνουν την αναδιοργάνωση των συναισθημάτων τους μοτίβων ώστε να τα διαφοροποιήσουν και να αποκτήσουν πρόσβαση σε νέες εμπειρίες, εσωτερική δύναμη ή πόρους, ή αυτο-ενδυνάμωση (Elliott, Watson, Goldman, & Greenberg, 2004).

Συνθετική προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεία

Η συνθετική ψυχοθεραπεία συνδυάζει στοιχεία από διαφορετικές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, ώστε να υπάρχει επιτυχής παρέμβαση σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης (διανοητικό, ψυχοσωματικό, συναισθηματικό, συμπεριφορικό, διαπροσωπικό) (Beutler, Consoli, & Lane, 2005). Ένα μεγάλο πλεονέκτημά της είναι επομένως η ευελιξία και η δυνατότητα προσαρμογής στις ανάγκες και επιθυμίες του κάθε ατόμου (Brooks-Harris, 2008). Ωστόσο, είναι γνωστό ότι υπάρχουν πάρα πολλές διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις στην ψυχοθεραπεία οι οποίες, όμως, από μόνες τους δυσκολεύονται να εξηγήσουν την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και υπάρχει η θεώρηση πως καμιά μεμονωμένη μορφή θεραπείας δεν είναι επαρκής, πολύ δε περισσότερο ιδανική, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των πολλών και ποικίλων περιπτώσεων (Forman, 2010). Έτσι, η συνθετική ψυχοθεραπεία υιοθετεί τη δημιουργική σύνθεση των θεωριών και μεθόδων που καλύπτουν καλύτερα τις ανάγκες των πελατών με διαφορετικά χαρακτηριστικά και ανάγκες (βλ. γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, θεωρία των διαμορφώσεων των Μearns and Thorne, ανθρωπιστικές προσεγγίσεις (Transactional Analysis, Gestalt Therapy), ψυχοδυναμική προσέγγιση, υπαρξισμό) (Good & Beitman, 2006). Οι θεραπευτές χαρακτηρίζονται από μια αναστοχαστική πρακτική καθώς ενσωματώνουν τις διάφορες πηγές θεωρίας και φιλοσοφίας, κοινές θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους και, αναπτύσσουν επί της ουσίας μια μεταθεωρία (που πιθανόν πηγάζει από τα δύο παραπάνω η από την διεύρυνση μιας υφιστάμενης θεωρίας (Sanders, 2013). Ωστόσο, η ενοποίηση των διαφορετικών μοντέλων γίνεται πάντα ελέγχοντας την διαδικασία με βάση τις βασικές αρχές της προσωποκεντρικής θεωρίας και αναλυτικότερα την τάση πραγμάτωσης, την μη-κατευθυντικότητα, την εστίαση στον πελάτη και το δικαίωμά του να έχει τον πλήρη έλεγχο στη θεραπευτική διαδικασία, την συμαντικότητα του “εδώ και τώρα” καθώς και την αυθεντική και ανοιχτή παρουσία του θεραπευτή. Ωστόσο, οι θεωρίες (1) προσωπικότητας και (2) θεραπείας της προσωποκεντρικής είναι σημαντικές αλλά όχι βασικές και επιδέχονται νέων ερεθισμάτων από άλλα θεωρητικά σχήματα (Worsley, 2004). Έτσι, επί της ουσίας, αναφερόμαστε σε ένα άνοιγμα στην εμπειρία και σε ένα διάλογο με νέους τρόπους αντίληψης της προσωποκεντρικής θεωρίας, εμπλουτισμένη με νέες θεωρίες και οπτικές από άλλα θεωρητικά μοντέλα, φιλοσοφική γνώση που μπορεί να ενταχθεί στην θεραπευτική πρακτική καθώς και άλλες θεραπευτικές πρακτικές.

Pre-Therapy

Κατά τη περίοδο 1966 έως 2005 μέσω βιβλίων, άρθρων, μεταφράσεων, σεμινάρια, διαλέξεις και επισκέψεις στο νοσοκομείο, καθώς και προγράμματα έρευνας και κατάρτισης, η Προ-θεραπεία έχει γίνει γνωστή ως θεωρία και πρακτική της ψυχοθεραπείας που εμπνέεται από τις προτάσεις του Carl Rogers (1957) και του Fritz Perls (1969), ιδρυτή της Gestalt προσέγγισης. Η Προ-θεραπεία ξεκίνησε με άξονα την πρώτη θεραπευτική συνθήκη της ψυχολογικής επαφής όπου “το μόνο που προορίζεται από αυτήν την πρώτη προϋπόθεση είναι να προσδιοριστεί ότι δύο άτομα σε κάποιο βαθμό έρχονται σε επαφή. ότι ο καθένας κάνει κάποια αντιληπτή διαφορά στο βιωματικό πεδίο του άλλου” (Rogers,1957, σελ. 96). O Rogers (1957) θεώρησε την συγκεκριμένη συνθήκη ως προϋπόθεση και μια προ-συνθήκη (precondition) ενώ ο Prouty (1990) διαμόρφωσε την έννοια της Προ-θεραπείας δίνοντας έμφαση στη διαμόρφωση της σχέσης με άτομα που η δυνατότητα να έρθουν σε ψυχολογική επαφή έχει πληγεί σημαντικά. Μέσα από την φαινομενολογική της εφαρμογή (Prouty, 2002), η Προ-θεραπεία εφαρμόζεται σε πελάτες με οργανικές αλλά και ψυχικές δυσκολίες (βλ. σχιζοφρένεια, νοητική υστέρηση, άνοια, αυτισμό, χειρουργικές επεμβάσεις εγκεφάλου,  ανίατες ασθένειες) όπου, με ενσυναισθητικές αντανακλάσεις (Van Werde & Prouty, 2007) και λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα που υπάρχει γύρω από τα άτομα, τις λέξεις που εκφράζουν, τις κινήσεις των σωμάτων και τις εκφράσεις των προσώπων. Με αυτόν τον τρόπο αρχίζουν σταδιακά να χτίζουν μια επαφή με την εμπειρία τους, τους ανθρώπους και τον κόσμο (Prouty, 2002).

Βιωματική προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία

Η βιωματική θεραπεία συμβαδίζει με την προσωποκεντρική σε πολλά σημεία, ωστόσο διαφοροποιείται ως προς το κέντρο βάρους της έρευνας, το οποίο μετατοπίζεται από το ρόλο του θεραπευτή στη θεραπευτική σχέση μεταξύ συμβούλου και πελάτη (Μπρούζος, 2004). Οι Rice και Greenberg επηρεάστηκαν από τον Gendlin σχετικά με τη σημασία της εστίασης και τεκνοθέτησαν διάφορα άλλα στοιχεία από gestalt έως γνωσιακή ψυχολογία. Η προσέγγιση έχει την ίδια φαινομενολογική βάση με τη προσωποκεντρική, υποστηρίζει την αναγκαιότητα των έξι συνθηκών και το δικαίωμα του πελάτη στον αυτοπροσδιορισμό (Sanders, 2007). Η σχέση θεωρείται ως κινητήριος δύναμη για τη θεραπευτική διαδικασία, η οποία χαρακτηρίζεται ως μια συνεχής και βαθμιαία επέκταση των  βιωμάτων του πελάτη. Ωστόσο, αμφισβητούν την επάρκεια των συνθηκών, ενσωματώνοντας διάφορες τεχνικές. Σύμφωνα με τα κριτήρια της Warner (2001) ο θεραπευτής δεν είναι συνοδοιπόρος όπως στην προσωποκεντρική αλλά ειδικός στη βιωματική διαδικασία του πελάτη με αποτέλεσμα να μπορεί, ενίοτε, να  θέτει ερωτήματα αλλά και να εκφράζει τα άμεσά του βιώματα και για τον λόγο αυτό η προσέγγιση ονομάζεται βιωματική θεραπεία (experiential therapy) (Hart & Tomlinson, 1970). Έτσι λοιπόν, η έννοια του βιώματος (experiencing), όρος που εισήγαγε ο Gendlin, τίθεται στο επίκεντρο της προσέγγισης και ουσιαστικά αναφέρεται στη διαδικασία που περιλαμβάνει οτιδήποτε συντελείτε στον οργανισμό και έχει πρόσβαση στη συνείδηση (Rogers, 1977). Υπό αυτή την αντίληψη, ο θεραπευτής στηρίζει τον πελάτη κατά τη διαδικασία της συνειδητοποίησης των βιωμάτων, προκειμένου να επέλθουν μεταβολές στη σημασία που αποδίδει ο πελάτης σε αυτά τα βιώματα. Σημαντικό δεν είναι ο πελάτης να μιλήσει για το πότε και πού παραδείγματος χάριν εμφανίστηκε άγχος, αλλά να αναρωτηθεί ποια βαθύτερη σημασία έχει το άγχος για αυτόν, πώς το βιώνει κλπ. (Mπρούζος, 2004). Συνεπώς, η ψυχοθεραπεία γίνεται διαδικασία αυτογνωσίας στα πλαίσια της διαπροσωπικής επικοινωνίας και περικλείει τόσο τον πελάτη όσο και τον ίδιο τον θεραπευτή. Η δράση του θεραπευτή κατευθύνεται κυρίως από τον τρόπο που βιώνει τον πελάτη αλλά και τον εαυτό του στη συγκεκριμένη περίσταση. Συνεπώς γίνεται εμφανές ότι οι δυνατότητες του θεραπευτή διευρύνονται και η θεραπευτική σχέση αποκτά νέα δυναμική. Έτσι η βιωματική θεραπεία υπερβαίνει την λογοποίηση –αντανάκλαση των συναισθημάτων, καθώς το ενδιαφέρον εστιάζεται στη διαλογική συνάντηση θεραπευτή –πελάτη (Pavel, 1975).

Προσωποκεντρική Εκφραστική Τέχνη

O Rogers θεωρούσε τη δημιουργικότητα αναπόσπαστο κομμάτι του υγιούς οργανισμού, βασική κοινωνική ανάγκη και ένα από τα πλέον θετικά «αποτελέσματα» της θεραπείας. Αναλυτικότερα, επεσήμανε δύο κύρια στοιχεία της δημιουργικότητας που σχετίζονται: (1) να υπάρχει ένα ορατό, δημιουργικό προϊόν και (2) ένα νέο κατασκεύασμα, αναφερόμενος κυρίως στη διαδικασία της θεραπείας και στον τρόπο που ο πελάτης δημιουργεί νέους, εξατομικευμένους τρόπους αντιμετώπισης της καθημερινότητάς του, ανακαλύπτει πιο ευέλικτες οπτικές σε αντιδιαστολή με τις άκαμπτες, κοινωνικά επιβεβλημένες στάσεις της μέχρι τότε ζωής του (Rogers, 1967). Συγκεκριμένα, περιγράφοντας το πλήρως λειτουργικό άτομο, ο Rogers (1951), εστίασε εμφανώς στη δημιουργικότητα και αναφέρθηκε στη διεύρυνση μέσα από το να είναι ανοιχτό σε νέες εμπειρίες. Έτσι, οι εμπειρίες αυτές, άμεσα σχετιζόμενες με τη δημιουργία, αποτελούν την προσωπική έκφραση του κάθε ατόμου κι, ως τέτοιες, αξιολογούνται από το ίδιο το άτομο, χωρίς ετεροπροσδιορισμούς (Rogers, 1954, 1967).

Κάποια χρόνια αργότερα, η κόρη του, Natalie Rogers, ανέπτυξε την προσωποκεντρική εκφραστική τέχνη (PCEAT) με ένα τρόπο που πλέον θεωρείται κεντρικής σημασίας για την προσωποκεντρική προσέγγιση. Αναλυτικότερα, βασίστηκε στη πεποίθηση του πατέρα της να δοθεί στους πελάτες έμφαση στην ελευθερία την συμβολικής έκφρασης, ως μια πιο αυθεντική μορφή έκφρασης, απαλλαγμένη από τα κοινωνικά στερεότυπα (Rogers, 1954). Η Natalie Rogers, την εμπλούτισε με την δυνατότητα του θεραπευτή να παρέχει δημιουργικά ερεθίσματα και προ(σ)κλήσεις που βοηθούν τους πελάτες στη διεύρυνσή τους (Rogers, 2000) παρακινόντας την έμφυτη ικανότητα να παίζουν αυθόρμητα με ιδέες, χρώματα, σχήματα, σχέσεις, να κάνουν τους ζογκλέρ, να διαμορφώνουν ανορθόδοξες υποθέσεις, να αντιμετωπίζουν το δεδομένο ως προβληματικό, να εκφράζουν το γελοίο, να δημιουργούν ανατρεπτικές ισορροπίες (Tudor & Worrall, 2006). Η έκφραση αυτή, τους βοηθά να συμφιλιωθούν με τη σκοτεινή τους πλευρά με έναν δημιουργικό τρόπο, να διοχετεύουν την ενέργειά τους και να χορεύουν τον φόβο τους, να ζωγραφίζουν την οργή ή την απόγνωσή τους, να κατακτούν την εσωτερική τους γαλήνη και ισορροπία (Rogers, 2004). Άλλωστε, φαίνεται πως το να είναι κανείς λειτουργικός συνεπάγεται με να είναι δημιουργικός. Η έλλειψη δημιουργικότητας θεωρείται ένδειξη αποξένωσης από τον εαυτό και τους άλλους (Rogers, 2011). Η Natalie Rogers (2000) αναφέρεται στα στοιχεία που μπλοκάρουν τη δημιουργικότητα με βασικότερα την αρνητική αυτοκριτική, τον φόβο της αποτυχίας και τον φόβο του αγνώστου. Έτσι, ως προσωποκεντρική θεραπεύτρια, φροντίζει να δημιουργεί ένα ασφαλές θεραπευτικό περιβάλλον, απαλλαγμένο από κριτική, που ενθαρρύνει τον πειραματισμό και το δημιουργικό παιχνίδι. Διατηρώντας, λοιπόν, τις αρχές της Προσωποκεντρικής, οι πελάτες γνωρίζουν πως οι δημιουργίες τους είναι ένας αυθεντικός τρόπος έκφρασης πτυχών του εαυτού τους, απόλυτα σεβαστές, που δεν επιδέχονται αξιολόγησης ή ερμηνείας. Ο θεραπευτής είναι ο συνοδοιπόρος του πελάτη, που τον βοηθά να νοηματοδοτήσει το δημιούργημά του (Rogers, 1954).

Ανακεφαλαιώνοντας, φαινεται πως ολες οι φυλες της Προσωποκεντρικής προσέγγισης καταπιάνονται με το ίδιο το άτομο και την υποκειμενική του εμπειρία, εστιάζοντας στην ελευθερία της συνειδητής επιλογής ως παράγοντα διαφοροποίησής του από τα υπόλοιπα όντα, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς που γεννά αυτή η επίγνωση, όπως είναι η μοναξιά ως οντολογικός διαχωρισμός και το παράλογο της δυνατότητας για ζωή μέσα στο πεπερασμένο της ύπαρξης (Cervone & Pervin, 2013). Ο Rogers εστίασε στην αποξένωση του ατόμου από τον εαυτό του κατά την κοινωνικοποίησή του, γεγονός που αντανακλά μια κοινωνία που έχει στρέψει την προσοχή της προς το εφήμερο, το επιφανειακό, το άμεσο αποτέλεσμα και μια τάση για τυποποίηση που καταπατά την ελευθερία του ανθρώπου να σχετίζεται αληθινά, τόσο με τον ίδιο, όσο και με τους Άλλους (Cervone & Pervin, 2013). Ο βαθμός της συμπληρωματικότητας των προσεγγίσεων θα μπορούσε να συνοψίζεται στην έμφαση που δίνεται στο υποκειμενικό βίωμα της εμπειρίας με φόντο κοινές και υποκειμενικές ανησυχίες για όλους (Wyatt & Seid, 2007). Έτσι, οι διαφορετικές φυλές της προσωποκεντρικής προσέγγισης φαίνεται να συμπληρώνουν και να εμπλουτίζουν η μία την άλλη, με ταπεινά αλλά ουσιαστικά βήματα προς μια λιγο διαφορετική αντίληψη για το τι είναι η “υγεία της ψυχή”, προσφέροντας έτσι κάθε φορά ένα μικρό αλλά ενδεχομένως  σημαντικό λιθαράκι σχετικά με τον άνθρωπο, την ψυχή του και το υποκειμενικό βίωμα.


Βιβλιογραφικές αναφορές

 Beutler, L. E., Consoli, A. J. & Lane, G. (2005). Systematic treatment selection and prescriptive psychotherapy: an integrative eclectic approach. In J. C. Norcross & M. R. Goldfried (Eds.), Handbook of Psychotherapy Integration(2nd ed., pp. 121–143). New York: Oxford.

Brodley, B. T. (1990). Client-centered and experiential: Two different therapies. In G. Lietaer, J. Rombauts, & R. Van Balen (Eds.), Client-centered and experiential psychotherapies in the nineties (pp. 87-107). Leuven, Belgium: Leuven University Press.

Brooks-Harris, J. E. (2008). Integrative Multitheoretical Psychotherapy. Boston: Houghton-Mifflin.

Cooper, M., O’Hara, M., Schmid, P. F., & Wyatt, G. (2007). Preface. In M. Cooper, P. F. Schmid, M. O’Hara, & G. Wyatt (Eds.), The handbook of person-centred psy- chotherapy and counselling (pp. xxi–xxiv). Basingstoke, UK: Palgrave.

Csikszentmihalyi, M. (1990). Flow: The Psychology of Optimal Experience: Finding Flow.

Elliott, R., Watson, J. C., Goldman, R., & Greenberg, L. S. (2004). Learning emotion-focused therapy: The process-experiential approach to change. Washington, DC: American Psychological Association.

Forman, M. D. (2010). A Guide to Integral Psychotherapy: Complexity, Integration, and Spirituality in Practice. Albany, NY: SUNY Press.

Gendlin, E.T. (2006). Διαδικασία Εστίασης (Focusing). Επιμέλεια Α. Καραλή. Αθήνα: Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου. 

Good, G. E. & Beitman, B. D. (2006). Counseling and Psychotherapy Essentials: Integrating Theories, Skills, and Practices. New York: W. W. Norton.

Greenberg, L. S. (2004). Emotion–focused therapy. Clinical Psychology & Psychotherapy: An International Journal of Theory & Practice, 11(1), 3-16.

Guterman, J. T., & Rudes, J. (2005). A solution-focused approach to rational-emotive behavior therapy: Toward a theoretical integration. Journal of rational-emotive and cognitive-behavior therapy, 23(3), 223-244.

Hart, J. T., & Tomlinson, T. M. (Eds.). (1970). New directions in client-centered therapy. Houghton Mifflin.

Houston, J. (1982). The possible human: A course in extending your physical, mental, and creative abilities. Tarcher.

Lietaer, G. (1990). The client-centered approach after the the Winsconsin Project: A personal view of its evolution. In G. Lietaer, J. Rombauts, & R. Van Balen (Eds.), Client-centered and experiential psychotherapies in the nineties (pp. 19-45). Leu- ven, Belgium: Leuven University Press.

Perls, F. S. (1969). Gestalt therapy verbatim.

Prouty, G. (2002). Pre-therapy as a theoretical system. Rogers’ therapeutic conditions: Evolution, theory and practice, 4, 54-62.

Prouty, G.F. (1990). Pre-therapy: a theoretical evolution in person-centered/experiential psychotherapy of schizophrenia and retardation. In G. Lietaer, J. Rombauts and R. Van Baien (eds), Client-Centered and Experiential Psychotherapy in the Nineties. Leuven: Leuven University Press.

Purton, C. (2004). Person-centred therapy: The focusing-oriented approach. Macmillan International Higher Education.

Rice, N. L., & Saperia, E. (1984). A task analysis of the resolution of problematic reactions, In L. N. Rice & L. S. Greenberg. (Eds.), Patterns of change. (pp. 29- 66). New York: Guilford.

Rogers, C. R. (1951). Client-centered therapy. Boston: Houghton Mifflin.

Rogers, C. R. (1954). Toward a theory of creativity. ETC: A review of general semantics, 249-260.

Rogers, C. R. (1957). The necessary and sufficient conditions of therapeutic personality change. Journal of consulting psychology, 21(2), 95.

Rogers, C. R. (1977). Carl Rogers on personal power. Delacorte.

Rogers, C. R., & Dymond, R. F. (1954). Psychotherapy and personality change.

Rogers, C.R. (1967).  Toward a theory of creativity. In On Becoming A Person (pp. 125-159). London: Constable.

Rogers, N. (2000). The New Talk Power: The Mind-Body Way to Speak Like a Pro. Capital Books.

Rogers, N. (2011). The creative connection for groups: Person-centered expressive arts for healing and social change. Palo Alto, CA: Science & Behavior Books.

Sanders, P. (2007). The “family” of person-centred and experiential therapies. In Cooper, M., O’Hara, M., Schmid, P. & Wyatt, G (eds), The Handbook of Person-Centred Psychotherapy and Counselling. New York: Palgrave Mc Millan

Sanders, P. (2013). The “family” of person-centred and experiential therapies. In Cooper, M., O’Hara, M., Schmid, P. & Wyatt, G (eds) & Bohart, A. C. The Handbook of Person-Centred Psychotherapy and Counselling, 46-65. New York: Palgrave Mc. Millan.

Sanders, P. (Ed.). (2004). The tribes of the person-centred nation: An introduction to the schools of therapy related to the person-centred approach. Ross-on-Wye, UK: PCCS Books.

Sommers‐Flanagan, J.  (2007).  The development and evolution of person‐centered expressive art therapy: A conversation with Natalie Rogers. Journal of counseling & development, 85(1), 120-125.

Tudor, K., & Worrall, M. (2006). Person-centred therapy: A clinical philosophy. Routledge.

Van Werde, D., & Prouty, G. (2007). Pre-therapy. In Cooper, M., O’Hara, M., Schmid, P. & Wyatt, G (eds) & Bohart, A. C. The Handbook of Person-Centred Psychotherapy and Counselling, 46-65. New York: Palgrave Mc. Millan.

Warner, M. (2000). Person-centered psychotherapy: One nation, many tribes. The Person-Centered Journal, 7(1), 28-39.

Warner, M.S. (2001). Empathy, relational depth and difficult client process. In S. Haugh and T. Merry (eds), Rogers’ “Therapeutic Conditions: Evoluton, theory and practice, Volume 2: Empathy. Ross – on – Wye: PCCS Books.

Worsley, R. (2004). Integrating with integrity. The tribes of the person-centred nation: An introduction to the schools of therapy related to the person-centred approach, 125-148, London: PCCS Books

Μπρούζος, Α. (2004). Προσωποκεντρική Συμβουλευτική:Θεωρία, Έρευνα και Εφαρμογές. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Σκανδάλης, Β. (2019, 29 Μαρτίου). Η Προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία και οι έξι θεραπευτικές συνθήκες. Συνεργατικό Περιοδικό Ψυχολογίας, Πολιτισμού και Συνειδητότητας Animartists. Αναρτήθηκε από: http://www.animartists.com/2019/03/29/1-8/

[1]Οι έξι βασικές συνθήκες που ωθούν το άτομο στην προσωπική ανάπτυξη μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία είναι (1) δύο πρόσωπα, ο θεραπευτής και ο πελάτης, βρίσκονται σε μια ψυχολογική επαφή, (2) ο πελάτης βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής ασυμφωνίας, είναι ευάλωτος ή αγχωμένος, (3) ο θεραπευτής είναι αυθεντικός και “ολόκληρος” μέσα στη σχέση, (4) ο θεραπευτής βιώνει άνευ όρων θετική αποδοχή για τον πελάτη, (5) ο θεραπευτής βιώνει μια ενσυναισθητική κατανόηση του εσωτερικού πλαισίου αναφοράς του πελάτη και (6) η επικοινωνία της ενσυναισθητικής κατανόησης και της άνευ όρων αποδοχής του θεραπευτή προς τον πελάτη επιτυγχάνεται τουλάχιστον ως ένα ελάχιστο βαθμό (Σκανδάλης, 2019)