Άρθρο: Σπανουδάκης Στράτος
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Επιμέλεια: Δημήτρης Αλεξόπουλος Τσώρας
Φιλόλογος


Έχουν πλέον περάσει πάνω από 11 μήνες από τα μέσα Μαρτίου και το πρώτο lockdown στην χώρα μας. Από ότι φαίνεται, ο φόβος για τον ιό έχει αντικατασταθεί με πιο υπαρκτούς φόβους, όπως αυτός της διαβίωσης, ακόμα και της επιβίωσης κάποιες φορές. Το διάστημα μετά το άνοιγμα της πρώτης καραντίνας μοιάζει να είναι τόσο μακρυά, κι όμως είναι περίπου 9 μήνες.

Θυμάμαι πόσο δυσκολευόμουν να χρησιμοποιήσω τη μάσκα απλά μέσα στο Μετρό και πόσο εντύπωση μου έκανε όταν ο κόσμος συνέχιζε να τη φοράει και εκτός. Δυσκολευόμουν να αντιληφθώ αν τους είναι αποδεκτό ή νόμιζαν ότι δε μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Βέβαια είναι πολύ πιο εύκολο κάποιο άτομο να πηγαίνει με το ρεύμα παρά αντίθετα του.

Ακόμα το βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο, όμως, να μη δυσκολεύονται άνθρωποι να αναπνεύσουν σωστά φορώντας για αρκετή ώρα μια μάσκα και όταν μπορούν να την αφαιρέσουν, να μη το κάνουν από επιλογή. Η αίσθηση μου βλέποντας αυτή την εικόνα, είναι σαν να βλέπω ανθρώπους που ρομποτικά πάνε στη “δουλειά” τους και κάνουν κάτι τυπικά σωστό. Σαν ανθρώπους που λειτουργούν τελείως προγραμματισμένοι, χωρίς προσωπική θέληση, χωρίς κριτική σκέψη και αντίληψη, με έντονη την ικανότητα για υπακοή, ειδικά αν η εντολή προέρχεται από εξέχοντα πρόσωπα πάσης υποψίας. Αυτή η σχεδόν αφελής υποταγή στην Αρχή (είτε ιατρική, είτε πολιτική) μου θυμίζει σε έναν βαθμό και Το πείραμα του Μίλγκραμ. Ζουν και συναναστρέφονται μεταξύ τους μηχανικά (άντε να γκρινιάζουμε και λίγο για τη κατάσταση αλλά και τι να κάνεις) και στο τέλος συνηθίζουνε και σχεδόν τους αρέσει η όποια νέα κανονικότητα σερβίρεται.

Αυτή τη νέα κανονικότητα την έχω ήδη ακούσει πολλές φορές τελευταία και δε μπορώ να αντιληφθώ τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει. Τα τελευταία χρόνια η ανθρωπότητα έχει έρθει αντιμέτωπη με σημαντικές ασθένειες, όπου μετά την ανακάλυψη του εμβολίου, επερχόταν η κανονικότητα της ζωής. Τώρα τι άλλαξε; Για ποιο λόγο τώρα που βρέθηκε το πολυπόθητο εμβόλιο δε θα μας επαναφέρει στη ζωή που είχαμε πριν αλλά σε κάτι διαφορετικό και μάλλον χειρότερο όπως προβλέπεται; Και τι ακριβώς είναι αυτό το χειρότερο δηλαδή και που αποσκοπεί; Η ελπίδα είναι συχνά το τελευταίο εργαλείο για να μπορέσει κάποιος να αντέξει και να υπομείνει μια δύσκολη κατάσταση. Ακόμα και το ισχυρότατο συναίσθημα του φόβου μπορεί να το υπερνικήσει κάποιος μόνο ελπίζοντας! Για ποιο λόγο, όμως, μας αρνούνται αυτή την ελπίδα της επιστροφής στη ζωή που ξέραμε; Για ποιο λόγο προσπαθούν να μας την στερήσουν και αυτή; Αυτό είναι κάτι που δε μπορώ να το καταλάβω.

Συχνά οι άνθρωποι νομίζουμε ότι δε μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα, μπαίνοντας σε ένα φαύλο κύκλο ρουτίνας, υποχρεώσεων και αναγκών, αφήνοντας συχνά τελευταία και καταϊδρωμένη την ανθρώπινη επαφή. Φτάσαμε στο σημείο να ποινικοποιείται η ανάσα μας μέσα σε ένα χώρο (κλειστό ή ανοιχτό) και αυτό να μη μας πειράζει και πολύ, με τη δικαιολογία ότι δυνητικά μπορεί να είμαστε φορείς μιας θανατηφόρας ασθένειας και ότι όλο αυτό γίνεται για το καλό μας. Αγνοείται όμως η ανάγκη του ανθρώπου για σύνδεση, ομιλία, αλληλεπίδραση και κυρίως για την αίσθηση την ελευθερίας. Μπορεί η μάσκα τυπικά να επιτρέπει στους ανθρώπους να μιλάνε αλλά έμμεσα τους φρενάρει από αυτό. Οτιδήποτε μπλοκάρει το στόμα μας, εν δυνάμει λειτουργεί αποτρεπτικά και στην επικοινωνία μας.

Βρισκόμαστε σε μία τόσο εξελιγμένη γενιά, που όλες οι ηλικίες μπορούν να κάνουν πλειάδα δράσεων οπουδήποτε, έχοντας απλά wifi και μια έξυπνη συσκευή. Ίσως η συσκευή αυτή να είναι και η μόνη έξυπνη στη παρούσα φάση. Από παιδιά 3-4 ετών μέχρι ηλικιωμένους. Ηλικιωμένους που μπορεί να χρειάζονται εν έτη 2021 το βιβλιάριο καταθέσεων για ανάληψη μετρητών από τη τράπεζα αλλά ξέρουν να χρησιμοποιούν το Viber και το Messenger.

Ευτυχώς λοιπόν που η πανδημία και η καραντίνα μας βρήκε σε μια τέτοια εποχή. Τι τυχεροί που είμαστε! Αλλιώς τι θα κάναμε, πως θα επικοινωνούσαμε, πως θα διασκεδάζαμε, πως θα ερωτευόμασταν και πως θα δουλεύαμε; Βέβαια δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα πρόσβασης σε γρήγορο internet και έξυπνες συσκευές αλλά δε πειράζει, γιατί άλλωστε να με νοιάξει εμένα αυτό; Έχω μεγαλώσει κυρίως να ζηλεύω και να φοβάμαι, παρά να αγαπάω και να βοηθάω. Πάντα θυμάμαι τη φράση “φάε το φαγητό σου γιατί τα παιδάκια στην Αφρική πεινάνε”και όχι ότι “τα παιδιά στην Αφρική πεινάνε και πρέπει να κάνουμε κάτι για να το σταματήσουμε αυτό”.

Πως λοιπόν θα μπορούσε να είναι ένας μέσος άνθρωπος της καραντίνας που έχει πλέον τη τύχη να έχει στη διάθεση του τόσα πολλά εργαλεία; Η υποχρεωτική παραμονή στο σπίτι ίσως να του ελάττωνε τις κοινωνικές επαφές. Θα είχε βέβαια το δικαίωμα του chat και γενικά των social media αλλά κάποια στιγμή θα το βαρεθεί και αυτό. Η μόνη διάδραση του με τον έξω κόσμο θα είναι ότι βλέπει και διαβάζει, χωρίς όμως να μπορεί να συζητήσει κάπου τη διαφορετικότητα του. Συνήθως οι διαφωνίες μας πάνε παρακάτω, μιας και μας δίνουν τροφή για σκέψη και όχι όταν συμφωνούμε σε όλα. Κάπως έτσι, ίσως να αντιληφθεί ότι η διαφωνία δεν έχει και ιδιαίτερο νόημα στη ζωή του και άρα να μετατραπεί μακροχρόνια σε ένα πιο πειθήνιο άνθρωπο. Φοβούμενος επίσης την υγεία του, σαν το μέγιστο αγαθό που κατέχει ακόμα, θα κάνει τα πάντα να τη προφυλάξει από τον εξωτερικό εχθρό, κλεισμένος όλο και πιο πολύ στον ασφαλή εαυτό του.

Βλέποντας το όλο αυτό προοπτικά, μου μοιάζει με γενιές ανθρώπων που δε μιλάνε πολύ μεταξύ τους, όταν το κάνουν να γίνεται μέσω κάποιου μέσου (π.χ. οθόνη), με έντονη εσωστρέφεια και απάθεια. Με παντελής έλλειψή ελπίδας και ονείρου και άρνηση δημιουργίας κοινωνικών ομάδων και συνόλων.

Τι να είναι άραγε ένας άνθρωπος ο οποίος δε μιλάει πολύ, δεν αντιδράει αρκετά και δε συναναστρέφεται με τους άλλους ανθρώπους;

Φοβάμαι ότι μπορεί να είναι χρήσιμος…