Άρθρο: Κατερίνα Βαρελά,
Κοινωνική Λειτουργός – Εκπ. Προσωποκεντρική
Ψυχοθεραπεύτρια

Επιμέλεια: Μαρία Σουρτζή,
Φιλόλογος


Από πού πηγάζει άραγε ο φόβος; Αναρωτιέμαι γιατί μας κατακλύζει το συναίσθημα αυτό στη θέαση μιας επερχόμενης αλλαγής, ακόμη και όταν πρόκειται για προσωπική επιλογή. Μήπως από το γεγονός ότι ίσως δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος με πριν; Μήπως οι γύρω μου δεν μπορέσουν να με δεχτούν και πρώτα απ’ όλους μήπως δεν καταφέρω να δεχτώ εγώ τον εαυτό μου; Μήπως βγω από την ζώνη ασφαλείας μου και συναντήσω μπροστά μου πρωτόγνωρα μονοπάτια που δεν γνωρίζω πώς να διαχειριστώ;

O φόβος το να βλέπω ότι αλλάζω και δεν ταιριάζω πια με ανθρώπους που πριν βρισκόμουν σε φιλίες ή συντροφικές σχέσεις. Ο φόβος μη μείνω μόνος. Ο φόβος το να βλέπω να χάνω τον εαυτό μου γιατί αποφάσισα να προσαρμοστώ σε ξένες ζωές ώστε να καταφέρω να μη μείνω μόνος. Εκεί να δεις μοναξιά! Ο φόβος να εκφράσω αυτό που αισθάνομαι μήπως δεν γίνω αποδεκτός, μήπως διαλύσω μια εικόνα που έχω πλάσει με τόσο κόπο και κατάφερα να γίνομαι αποδεκτός από τους ανθρώπους που με ενδιαφέρουν αλλά και από άγνωστα ζευγάρια μάτια. Ο φόβος μιας κοινωνίας που τοποθετεί τους ανθρώπους με τίτλους μέσα σε κουτιά που οι ίδιοι φτιάξαμε για εμάς και τους γύρω μας, πολλές φορές για να μπορέσουμε απλά να ανήκουμε κάπου, για να μπορέσουμε απλά να γίνουμε ορατοί. Ο φόβος να αλλάξω εργασία γιατί δεν βρίσκω πια καμία έμπνευση, αλλά έχω σιγουριά. Πού να πας τώρα; Μια χαρά δεν είσαι εκεί; Ακόμα και σε περιόδους που όλα βαίνουν καλώς, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες που προσπαθούμε να καλύψουμε, ελλοχεύει ο φόβος της κατάρρευσης.

Ξέρω πως ο φόβος είναι ένα βαθύ δυσάρεστο συναίσθημα. Και ποιος δεν έχει φοβηθεί; Ξέρω πως ο φόβος καθηλώνει και φέρει μαζί του άγχος, ταραχή και πόνο. Αναρωτιέμαι αν τελικά ο πόνος και οι ασυμφωνίες, που γεννά μέσα μας ο φόβος, είναι μεγαλύτερες από το να βρεθούμε τελικά στο κενό και να δούμε τότε τον φόβο κατάματα και τι πραγματικά μπορούμε να κάνουμε μαζί του. Είναι αυτή η ταχυπαλμία πριν την απόφαση να μιλήσεις, να φανερωθείς, αυτή η αίσθηση της κρατημένης ανάσας πριν την αλλαγή.

Αισθάνομαι πως χρειάζεται πολλή προσωπική «δουλειά» απλά και μόνο για να παραδεχτεί κανείς στον εαυτό του ότι φοβάται. Ίσως είναι και η μισή διαδρομή αυτή η αναγνώριση.

Μα έχω βαθιά πίστη πως όλα ξεκινούν από τον φόβο να κοιτάξουμε μέσα μας. Νομίζω πως ο καθένας έχει τους δικούς του χρόνους ώστε να φτάσει στο σημείο να εντοπίσει αρχικά τι δημιουργεί τον φόβο. Ίσως υπάρχουν κι εκείνοι που δεν θα το κάνουν ποτέ. Ίσως κάποιες φορές η απόφαση για αλλαγή να έρχεται πηγαία όταν αγγίζονται τα προσωπικά όρια του ατόμου που τον βιώνει, ίσως υπάρχουν κι άλλες τόσες στιγμές που παγώνεις μπροστά στην επικείμενη αλλαγή γιατί αισθάνεσαι να ελλοχεύει ένας άγνωστος κίνδυνος. Νιώθω πως πρέπει να ακούμε τη φωνή που μας κρατάει να μην κάνουμε το βήμα πριν το κενό γιατί ίσως να μην είμαστε ακόμα στο σημείο να διαχειριστούμε αυτό που έρχεται, όμως παράλληλα νιώθω πως χρειάζεται τόλμη και βαθιά προσωπική ανασκόπηση, που όταν σταματάμε να την αποφεύγουμε, καταλήγουμε να βρίσκουμε μπροστά μας έναν κόσμο γεμάτο χρώματα, έναν κόσμο πιο κοντά στο πραγματικό μας «θέλω», που το «μπορώ» δεν έχει παρά να ακολουθήσει.

Ο καθένας βρίσκει τους δικούς του μηχανισμούς για να καταφέρει να αντεπεξέλθει, ίσως και να μην πατάξει ποτέ τον φόβο. Αναρωτιέμαι πόσα έχεις ήδη κερδίσει απλά και μόνο επειδή κοίταξες βαθιά μέσα σου, απλά και μόνο που ένα κομμάτι του εαυτού που πριν δεν γνώριζες την ύπαρξή του, έγινε ορατό. Όταν γνωρίσει κανείς τον φόβο και τον δει κατάματα, είναι σαν να γνωρίζει ήδη τι έχει να αντιμετωπίσει. Ο φόβος παίρνει μορφή, δεν είναι ένας άγνωστος αντίπαλος. Είναι ένα δικό μας κομμάτι κι αυτό και είναι εντάξει να υπάρχει. Ξέρω ότι δεν είναι απλή υπόθεση. Ξέρω όμως πως γεννιέται μια τέτοια ελευθερία που όταν τη βιώσεις δεν θα την αντάλλαζες με καμία σιγουριά και πλασματική σταθερότητα. Ξέρω πως όταν χάνεις τη βολή σου, βρίσκεσαι πιο κοντά στο φως!

Όπως είπε και ο Guillaume Apollinaire:

– Ελάτε στην άκρη.
– Δεν μπορούμε. Φοβόμαστε.
– Ελάτε στην άκρη.
–  Δεν μπορούμε. Θα πέσουμε.
– Ελάτε στην άκρη.
Και ήρθαν… Και τους έσπρωξε… Και τότε πέταξαν…