Κείμενο: Αλεξάνδρα Δεδικούση
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Δάφνη Τσιουκανά
Φοιτήτρια Φιλοσοφίας


 

Κοιτάζω το ρολόι.

Έξι η ώρα και το έτος 2019. Καιρός για αποφάσεις και αλλαγές. Ώρα για ευθύνες.

Είμαι έτοιμη πια, έκανα τόσο δρόμο, προπονήθηκα καιρό στον άγριο, αυτό στίβο.

Το έτος 2019 και τα χρόνια σχεδόν τριάντα τρία.

Τόσα χρόνια ένας δρόμος ατελείωτος, γυμνός, ανώμαλος, τρομαχτικός, μοναχικός, όμορφος.

Τόσα χρόνια ένα «πρέπει» πνιγηρό, καταναγκαστικό, καθηλωτικό, βασανιστικό.

Και γέννησα ένα θέλω, νήπιο πια, τρέχει στο σαλόνι και σκουντουφλάει στα έπιπλα και εγώ φοβάμαι και στρογγυλεύω τις γωνίες να μη μου πάθει κακό.

Το τάισα, το έπλυνα, το έντυσα και κάθε βράδυ το κοιτάω στον ύπνο του, μετράω τα νέα του δόντια και περιμένω να μεγαλώσει, να γίνει ένα πρέπει που να με κάνει περήφανη, που να με ανταμείψει.

Αλλά αυτό κάθε πρωί ξυπνάει και με θηλάζει αχόρταγα, αρνείται να κόψει την πιπίλα, με κοιτάει στα μάτια, με φωνάζει μαμά, μου φωνάζει «δε θέλω να μεγαλώσω».

Και τότε θυμώνω, πόσο μου θυμώνω, γίνομαι κακιά, γίνομαι ό,τι φοβήθηκα ότι θα γίνω, ό,τι έπρεπε να σκοτώσω για να γεννηθώ.

Γιατί η ώρα είναι έξι και το έτος 2019 και τα χρόνια τριάντα τρία.

Γιατί τη θηλιά στο λαιμό τη συνήθισα και μετά τη βάφτισα κόσμημα και μενταγιόν και τη φορούσα όλο το καλοκαίρι και έχει κάνει λευκό σημάδι.

Αν το βγάλω τότε τι; Θα δουν όλοι το σημάδι μου και πόση ντροπή μία μεγάλη γυναίκα να έχει ένα σημάδι σαν και αυτό.

Στην ηλικία μου θα έπρεπε να έχω κάνει παιδιά, να έχω βάλει τη ζωή μου σε μία τάξη, να μην έχω αδέσποτα θέλω εδώ και εκεί να τρέχουν στο ακριβό μου σαλόνι, να μη μου χαλάνε τα ριχτάρια του ελέγχου μου, που πλήρωσα τόσο ακριβά.

Η συνήθεια και η ρουτίνα ήταν η μάνα και η αδερφή μου και μέσα στην απόλυτη απόρριψή τους έμαθα να ορίζομαι και να κινούμαι και να καλλιεργώ πρέπει και ώρες και χρόνια.

Γκαστρώθηκα από την ελευθερία και αποφάσισα να το κρατήσω και να, τώρα είμαι σε έναν κόσμο που δεν ανήκω με ένα παιδί που δεν αναγνωρίζω.

Το πάω στο σχολείο το θέλω μου, το βλέπω από απόσταση να παίζει με άλλα παιδάκια και όταν καμιά φορά ξεχνάω ότι είναι δικό μου, το θαυμάζω και με κάνει και γελάω, χαμογελάω με τις κουτρουβάλες και τα παιχνίδια του και τα μάτια του αυτά τα παιδικά και τα αχόρταγα.

Το μπανιάρω τα βράδια και το αγγίζω, το χαϊδεύω, το μυρίζω, είναι το πρώτο κορμί που γνώρισα, το πρώτο που αγκάλιασα και οι αγκαλιές πάντα με πονούσαν.

«Μαμά» με φωνάζει, «μαμάκα» και «μανούλα» και με κοιτάει σαν να έχω όλες τις απαντήσεις, σαν να τα έχω όλα υπό έλεγχο, σαν να ξέρω.

Και τότε νιώθω πιο μόνη από ποτέ, μόνη μέσα στο ψέμα και την υποκρισία μου, ότι είμαι ενήλικη, μεγάλη, μαμά, είμαι ένα καθώς πρέπει που θέλω να είμαι μεγάλη και τρανή.

Άραγε μπορώ να καθίσω στο πάτωμα μαζί του και να παίξω; Μπορώ να φανταστώ μαζί του πριγκίπισσες και πειρατές και ταξίδια στο διάστημα και μαγικά ξόρκια;

Έχω χρόνο; Πρέπει να μαγειρέψω, να καθαρίσω, πρέπει να δουλέψω, πρέπει να ξυπνήσω, πρέπει να μεγαλώσω.

Τα χρόνια είναι τριάντα τρία, η ώρα έξι και το έτος 2019.

Μα το παιδί μου είναι άχρονο, είναι διψασμένο για χαμόγελα, αγγίγματα, αγκαλιές.

Το παιδί μου θέλει.

Μία καραμέλα που και που δεν είναι κακή λένε οι γιατροί, αλλά δεν λένε τι είναι το που και που και αφήνουν εμένα να πάρω την απόφαση.

Κανείς ειδικός δεν μπορεί να ταΐσει το θέλω μου, έχω μόνο το πρέπει μου κριτήριο.

Θα βγω στο πάρκο απόψε, όταν βραδιάσει. Θα πάρω και το θέλω μου μαζί.

Δεν θα είναι κανείς τριγύρω για να με κρίνει και τότε, μέσα στο σκοτάδι, ίσως παίξω και εγώ μαζί του.

Ίσως, ακόμα και να το φιλήσω και να του πω ότι το αγαπώ, να του μάθω να λέει τη λέξη, να του μάθω και να τη νιώθει.

Ίσως, οι μάνες μένουν πάντα παιδιά και ίσως τα παιδιά κυοφορούν μάνες.

Ίσως τα θέλω μπορούν να παίζουν με τα πρέπει και ίσως τα πρέπει μπορούν να ξεκουράζονται που και που.

Τα χρόνια είναι τρία.

Η ώρα είναι τώρα.

Το έτος μόλις ξεκίνησε και στο πρόσωπό μου φέγγουν τα χρώματα από τα πυροτεχνήματα.