Άρθρο: Μαρία Ι. Μπούτση

Επιμελήτρια Βιβλιοθήκης – Μουσείου Λαϊκής & Ιστορίας Δήμου Σαλαμίνας.

Επιμέλεια: Δέσποινα Πάνου

Φοιτήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας


Το παρόν άρθρο αποτελεί μια μακροχρόνια έρευνα που συντελέστηκε στο νησί της Σαλαμίνας στοχεύοντας στη διεξοδική μελέτη της πολιτιστική της παράδοση.

Όπως κάθε τόπος του οποίου οι χοροί και τα τραγούδια του προσδίδουν τη σημαντικότερη πολιτισμική του ταυτότητα, έτσι και η Σαλαμίνα συνεχίζει να αποτελεί σήμα κατατεθέν για την πληθώρα των μουσικών και των χορών της. Ακολουθώντας αυτή τη ροή σκέψης και μέσα από μια ιστορική αναδρομή εποίκησης του νησιού, αρχικά, θα δούμε πως ένα σπουδαίο κεφάλαιο της παραδοσιακής μουσικής του τόπου μας «γεννήθηκε» στη Κούλουρη. Στη συνέχεια, θα έρθουμε σε επαφή με τους αντιπροσωπευτικότερους παραδοσιακούς χορούς που ξεκίνησαν από τη Σαλαμίνα και τιμώνται, μέχρι και σήμερα, σε ολόκληρη την Ελλάδα. Επιπρόσθετα, μέσα από τις προσωπικές αφηγήσεις των κατοίκων του νησιού, θα γνωρίσουμε ντόπιους καλλιτέχνες (τραγουδιστές και παλιοί οργανοπαίχτες) που έχουν διακριθεί στο μουσικό στερέωμα, εντός και εκτός συνόρων. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι όλη η έρευνα έχει συντελεστεί από τοπικές ακουστικές μαρτυρίες, συνδυαστικά με τη μελέτη βιβλιογραφικών αναφορών σχετικές με την παράδοση, και αποσκοπεί στην εξοικείωση του αναγνωστικού κοινού με τις μουσικές παραδόσεις του τόπου.

Η πολιτιστική παράδοση της Σαλαμίνας έχει τις ρίζες της πολύ βαθιά μέσα στο χρόνο και εάν κάποιος την αναζητήσει θα ανακαλύψει πως η Σαλαμίνα ανέκαθεν αποτελούσε ένα χωνευτήρι ποικίλων πολιτιστικών στοιχείων. Αυτά τα στοιχεία, τα δέχτηκε κατά τη διάρκεια της ιστορικής της πορείας, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης, των ιστορικών συγκυριών, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που κάθε φορά επικρατούσε. Η Σαλαμίνα άρχισε ουσιαστικά να κατοικείται στο τέλος του 17ου αιώνα (Τουμπακάρη, 2013).

Σύμφωνα με την Παντελή (2003), υπήρξαν διάφορα γεγονότα, όπως για παράδειγμα η πανώλη του 1550, η εγκατάλειψη της πόλης των Αθηνών από τον Μοροζίνη το 1687, καθώς και η επανεμφάνιση της πανώλης την ίδια χρονιά, τα ορλωφικά του 1770 και η επανάσταση του 1821, που οδήγησαν τους κατοίκους των Αθηνών αλλά και τους κατοίκους της Αττικής, Βοιωτίας και Πελοποννήσου στη φυγή και στην εγκατάστασή τους στη Σαλαμίνα. Τελευταία εγκατάσταση πληθυσμού, μάλιστα, έγινε το 1922 με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Για όλους αυτούς η Σαλαμίνα ήταν τόπος σωτηρίας και ασφάλειας λόγω του ότι είχε κάποια προνόμια από τους Τούρκους, όπως και άλλα νησιά του Αιγαίου, εξού και η φράση: «πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη», δηλαδή πήγε στην Κούλουρη, υπονοώντας, για να διασωθεί και να διαφυλαχτεί.

Οι Σαλαμίνιοι ήταν κατά καιρούς κατραμιτζήδες (εργάτες που έπαιρναν το κατράμι, δηλαδή την πίσσα, και έφτιαχναν τα πλοία κατά την Τουρκοκρατία), που εργάζονταν στη Στερεά Ελλάδα αλλά έφταναν και ως τη Μικρά Ασία ιδρύοντας την πόλη Γέροντα, τα αρχαία Δίδυμα – σημερινό Γενί Χισάρ. Επίσης, καταπιάνονταν με την υλοτομία παραμένοντας για πολλούς μήνες σε δάση της Στερεάς Ελλάδας, της Εύβοιας, του Άγιου Όρους, υπήρξαν ναυτικοί που αρμένιζαν στη Μεσόγειο και έφταναν στα μεγάλα κέντρα του αλύτρωτου Ελληνισμού όπως Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια κ. α, αλλά και σφουγγαράδες και ψαράδες που όργωναν το Αιγαίο και έφταναν μέχρι το Τούνεζι.

Οι ποικίλες ασχολίες των κατοίκων είχαν επιρροή και επίδραση στη γλώσσα, στα ήθη και έθιμα, όπως και η διαφορετική καταγωγή των Σαλαμινίων (Σαλτάρης, 1986). Η δεκτικότητα και η προσαρμοστικότητα των κουλουριωτών ήταν αφομοιωτικές αρετές καθώς με κάθε επιρροή, προερχόμενη είτε από στεριά είτε από θάλασσα, διαμόρφωναν ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό χαρακτήρα που είναι ιδιαίτερα εμφανής στην πολυμορφία της μουσικής παράδοσης. Έτσι στους χορούς, παράλληλα με τους τοπικούς όπως τράτα, αποκριάτικο, κουλουριώτικο και συρτό, τραγουδιόνταν και χορεύονταν και άλλα είδη, όπως ο τσάμικος, καγκέλια, καλαματιανά, μπάλοι, ζεϊμπέκικο, χασάπικο και καρσιλαμάς (Πετρόπουλος, 2011). Αξιοσημείωτο, δε, είναι ότι το ζεϊμπέκικο και το χασάπικο πήραν μοναδική μορφή και ιδιαίτερο ύφος στο νησί και είναι γνωστοί πανελληνίως με την ονομασία «Κουλουριώτικο Ζεϊμπέκικο» και «Κουλουριώτικο Χασάπικο»!

Την εποχή εκείνη, λοιπόν, οι άνθρωποι γλεντούσαν συνδυάζοντας το χορό με ζωντανή μουσική. Βέβαια αυτό απαιτούσε μουσικούς και τραγουδιστές έμπειρους, με ταλέντο και μεγάλο ρεπερτόριο, ούτως ώστε να ικανοποιούν και τους πιο απαιτητικούς πελάτες όπως ήταν οι Κουλουριώτες.

Στη Σαλαμίνα, γύρω στα 1850 και ύστερα, διαπιστώνουμε ότι υπάρχει ένα έντονο μουσικό ενδιαφέρον και κλίμα. Έτσι – λόγω της γειτνίασης με την πρωτεύουσα – φυσικό ήταν να επηρεαστούν και οι Σαλαμίνιοι από τις εξελίξεις της εποχής. Πράγματι, όπως μαθαίνουμε από τοπικές μαρτυρίες (οι οποίες και αναγράφονται παρακάτω), μουσικοδιδάσκαλοι έρχονται στη Σαλαμίνα για να διδάξουν μουσική καθώς και Σαλαμίνιοι πηγαίνουν σε άλλα μέρη για να μάθουν κάποιο μουσικό όργανο (Σαλτάρης, 1986). Υπάρχουν μάλιστα μαρτυρίες και αποδείξεις πως οι Κουλουριώτες πλήρωναν αρκετά χρήματα την εποχή αυτή για να μάθουν κάποιο μουσικό όργανο, όπως ήταν το βιολί, το κλαρίνο, το λαούτο και το σαντούρι. Παρενθετικά, από μία αγωγή του 1853, που έκανε κάποιος μουσικοδιδάσκαλος ονομαζόμενος Ιωάννης Μανούσης κατά του μαθητή του Παναγή Δημητρίου Τσάκωνα, μαθαίνουμε πως έγινε συμφωνία διδάκτρων – με το υπέρογκο ποσό για εκείνη την εποχή – των είκοσι (20) δραχμών το μήνα!

Μέσα από αυτούς τους μαθητές, ωστόσο, βγήκαν τόσο άριστοι μουσικοί όσο και οικογένειες μουσικών. Οι περισσότεροι έγιναν γνωστοί ως μουσικοί όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, αφού αρκετοί από αυτούς έκαναν και περιοδείες. Επίσης, ορισμένοι απ’ αυτούς έγιναν μουσικοδιδάσκαλοι και φιλοξενούσαν στα σπίτια τους οικότροφους μαθητές από άλλα μέρη της Ελλάδας. Τονίζεται, δε, ότι από περιοχές που βρίσκονταν γύρω απ’ το νησί, παραδείγματος χάριν Μέγαρα, Μάντρα, Ελευσίνα, Ασπρόπυργος κ. α., καλούνταν σε οικογενειακές γιορτές όπως σε γάμους, αρραβώνες αλλά και σε πανηγύρια μουσικοί από τη Σαλαμίνα (Πετρόπουλος, 2011).

Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός, ότι την περίοδο αυτή στο νησί λειτουργούσαν ταβέρνες, καφέ -αμάν, μπυραρίες καθώς και κέντρα διασκέδασης. Στις δεκαετίες του 1920 – 30 σε μια μόνο περιοχή της Σαλαμίνας, «την αγορά», λειτουργούσαν γύρω στις δεκαπέντε ταβέρνες που φιλοξενούσαν, συχνά πυκνά, μουσικά συγκροτήματα της Σαλαμίνας αλλά και άλλης προέλευσης, όπως του Τάσου Τόγκα, του Κώστα Λάμπρου (Λεμονιά), του Γιώργου Πουλή, του Γιώργου Πασσαλόπουλου, του Μιχάλη Χατζή (Τσέπι) – Παναγή Κοφινά (Μάτσε), Μήτσου Σακελλάρη και άλλες.

Στη Σαλαμίνα υπήρξαν πολλές μουσικές οικογένειες με μακρά παράδοση στο είδος. Μεταξύ των πιο ξακουστών συγκαταλέγονται οι οικογένειες των Ανδριανών ή Αντρανών, των Κανάρηδων, των Φράττηδων, των Καλιότσων. Αλλά και μεμονωμένα άτομα κατάφεραν να διαπρέψουν στο μουσικό στερέωμα, όπως ο βάρδος του δημοτικού τραγουδιού Γιώργος Παπασίδερης, στο λαϊκό τραγούδι η Βούλα Πάλλα, στο ρεμπέτικο ο Μήτσος Φράττης ή Μητσάρας, ο Σπύρος Ασημίνας στο κλαρίνο, ο Βαγγέλης Κουτσούκος και Ανέστης Αρβανιτόπουλος στο βιολί, ο Θοδωρής Χρυσοχόος στο σαντούρι και ο γνωστός στιχουργός των ρεμπέτικων Νίκος Μάθεσης ή Τρελάκιας (Σαλτάρης, 1986).

Χοροί και τραγούδια της Σαλαμίνας ή Κούλουρης.

Τράτα

Αντιπροσωπευτικός χορός της Σαλαμίνας που χορεύετε με τα χέρια σταυροκρατητά. Στη Σαλαμίνα χορεύονται τριών ειδών τράτες:

Α) Τράτα στα 3 μπρός – 3 πλάγια, πίσω.

Β) Τράτα στα 5 μπρός – 3 πίσω

Γ) Τράτα μικτή ή δίρρυθμη δηλ. 3 μπρός – 3 πίσω και 2 μπρός – 2 πίσω.

Χορεύονταν στις μεγάλες γιορτές του νησιού, όπως Αποκριές και Πάσχα, κυρίως χωρίς όργανα. Τραγουδούσαν η πρώτη και η τελευταία χορεύτρια και επαναλάμβαναν οι υπόλοιποι χορευτές. Από το 1880 βλέπουμε σιγά – σιγά να μπαίνουν τα μουσικά όργανα και να πλαισιώνουν τους χορούς.

Γνωστές χοροτραγουδίστριες της εποχής (1905 –1920) ήταν: η Βασιλική Ν. Γκλίστη ή Μουτζούρη, η Λενιώ και Τσεβή Σπ. Καρβελά, η Αθηνά Μηνά Δηλαβέρη, η Κατίγκω Μπισώτη. Γύρω στα 1935 ήσαν: η Όρσα Μπάρμπα, η Κατίγκω η Μονογιέσσα, η Χρυσαυγή Φράττη, η Λευτεριά Ρουμελιώτη, η Βασιλική Χάλα. Γύρω στα 1945 ήσαν: η Σωτηρία Παρ. Πάλλα, η Μπιλιάδα Μέλλιου, η Πάτρα Τσεβά. Στη δεκαετία 1960 -70 ήσαν: η Ασήμω Λένη, η Ελένη Σάντου, η Βαγγελιώ Σαρινάκη, η Κική Μπινιάρη, η Ζωή Τηλεμάχου (Σαλτάρης, 1986).

Κατά μία ερμηνεία, ο χορός της Τράτας συμβολίζει το τράβηγμα των διχτυών της τράτας, κατ’ άλλη έλκει την καταγωγή του απ’ την αρχαιοελληνική παράδοση (Σαλτάρης, 1986).

*Χορός της Τράτας στην παραλία Σαλαμίνας γύρω στο 1890 (Πηγή: William John Woodhouse, The University of Sydney-Nicholson Collection)

Κουλουριώτικος

Χορός και τραγούδι του 19ου αιώνα. Χορεύονταν σταυροκρατητά, όπως η τράτα, και οι χορεύτριες μιμούνται με τις κινήσεις του κορμιού το κύμα που έρχεται από το πέλαγο, χτυπάει πάνω στο βράχο και ξαναγυρίζει κατά το πέλαγο. Υπάρχουν ακόμη και άλλα είδη χορών όπως (Ράφτης, 1995):

Αποκριάτικος

Χορός στα τρια (3) με τα χέρια περασμένα στους ώμους που χορεύονταν τις Αποκριές.

Κανάρης

Χορός και τραγούδι του γάμου το οποίο χορεύονταν μετά τη στέψη. Στην αρχή με βηματισμό της Κουλουριώτικης τράτας και στη συνέχεια ζευγαρωτά στη μορφή μπάλου (δίρρυθμο).

Φεσάκι

Χορός και τραγούδι (δίρρυθμο) στο οποίο οι χορεύτριες μιμούνται, με τις κινήσεις των χεριών και της κεφαλής, τους στίχους του τραγουδιού που μιλάνε για το κλέψιμο ενός φεσιού.

Λίτσα

Χορός «Καγκέλι», δίρρυθμο. Παρουσιάζεται ως ποίημα και ως μελωδία στην παραλλαγή του τύπου της Σαλαμίνας.

Σύρτος – Καλαματιανός

Στους ρυθμούς αυτούς υπάρχουν τα εξής κουλουριώτικα τραγούδια: «Πασούμια», «Κουλουριώτισσα», «Σπυρί – πιπέρι», «Ματζουράνα» και «Σε καινούργια βάρκα μπήκα».

Κουλουριώτικο Ζεϊμπέκικο

Ο Ζεϊμπέκικος, όπως είναι γνωστό, χορευόταν από τους ζεϊμπέκιδες της Μικράς Ασίας αλλά είχε την απώτερη καταγωγή του από την Κεντρική Μακεδονία, όπως και ο Χασάπικος. Στην Κούλουρη, ο Ζεϊμπέκικος από τις αρχές του 19 ου αιώνα χορευόταν σε παραλλαγή αντικριστός από 2, 3, ή 4 χορευτές. Αντικριστός χορεύεται ακόμα και σήμερα στο νησί όπως και στη Μυτιλήνη.

Κουλουριώτικο Χασάπικο

Ο Χασάπικος, και αυτός σε παραλλαγή στη Σαλαμίνα, έχει χαρακτήρα δημοτικού χορού, αφού χορεύεται σχεδόν δύο αιώνες με τον παλιό τρόπο, δηλ. με πολλές φιγούρες και τσαλίμια που απαιτούν άρτια τεχνική και τέλειο συντονισμό. Αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά στοιχεία του λαϊκού μας πολιτισμού αλλά και της παράδοσής της Σαλαμίνας και είναι γνωστός ως «κουλουριώτικος χασάπικος».

Ονομαστοί και δεινοί χορευτές του Ζεϊμπέκικου και του Χασάπικου ήταν οι: Βαγγέλης Κρουστάλλης, Βαγγέλης Λύτρας ή Ντούντας, Σόλων Μπινιάρης, Κώτσος Ράφτης, Νώτης Ανούστης, Ηλίας Φράττης, Μήτσος Χάλας, Γιάννης Βιρβίλης ή Πογιάννης, Αγγελής Π. Πάλλας, Θοδωρής Δρίβας, Βαγγέλης Λαθούρης, Γιάννης Ράκκας, Μήτσος Λύτρας ή Ντούντας, Νίκος Καραγιάννης (Γιαννίκος), Γιάννης Κορρός ή Μοσχονιός, Παύλος Βενετσάνος, Λάμπρος Ελευσινιώτης κ. α.

Παλιοί οργανοπαίχτες και τραγουδιστές της Σαλαμίνας.

Απ’ τις αρχές του 19ου αιώνα, ως μουσικά όργανα στη Σαλαμίνα εμφανίζονται η φλογέρα που έπαιζαν πολλοί βοσκοί, ρετσινάδες και υλοτόμοι, το νταούλι, η πίπιζα και η λύρα. Τα όργανα αυτά τα έπαιζαν ερασιτέχνες που πολύ γρήγορα εγκαταλείφθηκαν και τη θέση τους πήραν τα βιολιά, τα λαούτα, τα σαντούρια και τα κλαρίνα. Όπως ειπώθηκε και ανωτέρω, γύρω στα 1850 παρατηρείται ένα έντονο μουσικό κλίμα που μέσα από αυτό αναδείχτηκαν ονομαστοί οργανοπαίχτες (Σχορέλης, 1961).

*Οργανοπαίχτες γύρω στο 1930, περιοχή Μούλκι (Πηγή: Προσωπικό Αρχείο)

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ανδριανού (2014) μαθαίνουμε πως η οικογένεια του υπήρξε μια από τις μουσικές οικογένειες του νησιού που ανέδειξε μεγάλα ονόματα στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής και του τραγουδιού, μια «παράδοση» που συνεχίζει μέχρι και σήμερα. Αυτοί που ξεχώρισαν από την οικογένεια ήταν:

Ο Ξενοφών Προκ. Ανδριανού (1865 – 1937). Έπαιζε βιολί και διατηρούσε σχολή με οικότροφους από διάφορες περιοχές της Ελλάδας.  Διακρινόταν κυρίως στο παίξιμο και στη ζωντανή ρυθμική απόδοση των χορευτικών τραγουδιών. 

Ο Σιδέρης Ξεν. Ανδριανού (1891 – 1945). Έπαιζε βιολί και λαούτο. Το λαούτο ήταν το όργανο που κέρδισε την ψυχή του, πράγμα που τον έκανε να εξελιχθεί σ’ έναν από τους καλύτερους λαουτιέρηδες των Βαλκανίων. Μάλιστα, ήταν από τους πρώτους μουσικούς που είχε συνεργασία με τη δισκογραφική εταιρεία Κολούμπια! Διατηρούσε σχολή με οικότροφους όπως και ο πατέρας του και ήταν αυτός που ανέδειξε τον –μετέπειτα- βάρδο του δημοτικού τραγουδιού, Γιώργο Παπασίδερη.

Ο Σταύρος Ξεν. Ανδριανού (1899 – 1980). Έπαιζε λαούτο. Την τέχνη του λαούτου την διδάχτηκε από τον αδελφό του, Σιδέρη, που ήδη ήταν γνωστός στα μουσικά δρώμενα της Ελλάδας. Τη ραδιοφωνική του καριέρα την ξεκίνησε γύρω στο 1944. Για σαράντα περίπου χρόνια ήταν συνεργάτης του Λυκείου των Ελληνίδων και του Σίμωνα Καρρά. Εκτός από τις ραδιοφωνικές εκπομπές είχε εμφανιστεί σε πολλές τηλεοπτικές εκπομπές καθώς και σε θεατρικές παραστάσεις. Επίσης, είχε παίξει σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού και διατηρούσε και αυτός σχολή με οικότροφους όπως ο πατέρας και ο αδελφός του.

Ο Προκόπης Γεωργ. Ανδριανού (1884 – 1944). Έπαιζε βιολί, λαούτο και ούτι.  Το ούτι το έμαθε στην Αλεξάνδρεια, όταν πήγε για περιοδεία με άλλους μουσικούς. Υπήρξε δεινός γνώστης της ανατολίτικης μουσικής και διατηρούσε και αυτός σχολή με οικότροφους.

Ο Δημήτρης (Μίμης) Ισ. Ανδριανού (1923 – 1990). Τραγουδιστής και γιός του μεγάλου λαουτιέρη Σιδέρη Ανδριανού. Ξεκίνησε την καριέρα του στο τραγούδι σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών συνοδεύοντας τον πατέρα του σε γάμους, πανηγύρια, κέντρα κ.λ.π. σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Έκανε την πρώτη του ηχογράφηση στην Columbia ενώ, επίσης, ηχογράφησε στην Odeon και στην Parlophone. Έκανε πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές, δύο τηλεοπτικές και τραγούδησε σε μία ελληνική ταινία.  Συνεργάστηκε με πολλούς επώνυμους καλλιτέχνες της δημοτικής και λαϊκής μας μουσικής.

Ακόμη, άλλοι επαγγελματίες μουσικοί της οικογένειας των Ανδριανών ήταν οι:

Γεώργιος Προκ. Ανδριανού (1852 – 1933), βιολί.

Παναγής Γεωργ. Ανδριανού (1893 – 1972), λαούτο.

Γεώργιος Ξεν. Ανδριανού (1894 – 1969), βιολί.

Θανάσης Ξεν. Ανδριανού (1913 – 1950), λαούτο.

Δημήτριος Ιωαν. Ανδριανός (1852 – 1926), λαούτο.          

Επίσης, άλλη μια ξακουστή οικογένεια του νησιού έβγαλε και αυτή επαγγελματίες μουσικούς. Μέσα από την τοπική μαρτυρία της Κανάρη (2014) μαθαίνουμε ότι αυτοί που διακρίθηκαν ήταν:

Ο Παναγής Γεωργ. Κανάρης (1859-1941;). Έπαιζε λύρα και βιολί. Έμαθε να παίζει λύρα μόνος του. Την τέχνη του βιολιού την έμαθε αργότερα στη Σμύρνη. Έτσι εγκατέλειψε τη λύρα και ασχολήθηκε αποκλειστικά με το βιολί. Ήταν πολύ καλός μουσικός και εκτός από τη Σαλαμίνα έπαιξε σε πολλές πόλεις της Αττικής, Βοιωτίας, Εύβοιας και Πελοποννήσου. 

Ο Νικόλαος Μιχ. Κανάρης (1866 – 1928). Έπαιζε λαούτο. Εκτός από τη Σαλαμίνα εμφανίστηκε σε πολλές πόλεις της Αττικής, Βοιωτίας, Εύβοιας, Πελοποννήσου καθώς και σε νησιά, όπου έπαιζε σε γάμους, αρραβώνες και πανηγύρια.

Ο Χρήστος Μιχ. Κανάρης (1888 – 1946). Έπαιζε κλαρίνο, λαούτο και τραγουδούσε. Την τέχνη του κλαρίνου την έμαθε από τον Σπύρο τον Ασημίνα, ενώ λαούτο έμαθε από τον αδελφό του τον Νικολή. Είχε παίξει σε πολλές πόλεις της Αττικής, Βοιωτίας, Εύβοιας, Πελοποννήσου καθώς και σε νησιά.

Τέλος, ήταν και ο Νικόλαος Γεωργ. Κανάρης (1855 – 1928). Έπαιζε λαούτο.

Από την οικογένεια Φράττη (Φράττης, 2015) αυτοί που ασχολήθηκαν επαγγελματικά και ξεχώρισαν ήταν:

Ο Παναγής Δημ. Φράττης (1884- 1961). Έπαιζε κλαρίνο. Έμαθε κλαρίνο στην Κωνσταντινούπολη και ασχολήθηκε επαγγελματικά. Έπαιζε σε γάμους, αρραβώνες, πανηγύρια και κέντρα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως Αττική, Βοιωτία, Εύβοια και Πελοπόννησο.

Ο Δημήτρης Παν. Φράττης ή Μητσάρας (1914 – 1978). Τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός και γιος του κλαριντζή Παναγή Φράττη, ο οποίος ξεκίνησε να παίζει κλαρίνο. Η αδυναμία του, όμως, ήταν το μπουζούκι και τα ρεμπέτικα τραγούδια. Δημιούργησε δικό του συγκρότημα και άρχισε να παίζει σε μαγαζιά της Αθήνας, του Πειραιά και στη συνέχεια πήγε σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπως Αττική, Βοιωτία Εύβοια, Πελοπόννησο, Θεσσαλονίκη, Πρέβεζα, Βόλο καθώς και σε πολλά νησιά. Συνεργάστηκε με όλους τους επώνυμους του ρεμπέτικου και του δημοτικού τραγουδιού. Είχε γράψει στίχους και μουσική για πολλά τραγούδια και είχε κάνει αρκετές ηχογραφήσεις. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έβγαλε τρία LP από την εταιρεία VENUS με τίτλο «Παλιά φρουρά» όπου τραγουδάει ο ίδιος τα τραγούδια του. Ήταν γνήσιος ρεμπέτης, με θαυμάσια μάγκικη προφορά και ένας από τους τελευταίους του παλιού ρεμπέτικου.

Ακολουθώντας ποικίλες άλλες μαρτυρίες μεγάλων οικογενειών του νησιού (Αρβανιτόπουλος, 2017; Ασημίνα, 2016; Καλιότσος, 2017; Κουτσούκος, 2016; Πάλλας, 2018; Παπαϊσιδώρου, 2018; Χατζηδούλης, 1990; Χρυσοχόοου, 2016 ) για τα μεμονωμένα άτομα που ξεχώρισαν με το ταλέντο τους στη μουσική, από αυτά ήταν:

Ο Βαγγέλης Δημ. Κουτσούκος (1866 – 1936). Έπαιζε βιολί. Παρακολούθησε μαθήματα βιολιού στην Αθήνα και εξελίχθηκε σε άριστο μουσικό. Διατηρούσε σχολή με οικότροφους από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Εκτός από τη Σαλαμίνα, έπαιξε σε πόλεις της Αττικής, Βοιωτίας, Εύβοιας και Πελοποννήσου. Περιόδευσε για τρεις μήνες στην Αίγυπτο. Υπήρξε μουσικολόγος με ευρύτατες γνώσεις (Κουτσούκος, 2016).

Ο Σπύρος Αναστ. Ασημίνας (1869-1945). Έπαιζε κλαρίνο, λαούτο και τραγουδούσε.  Έμαθε την τέχνη του κλαρίνου από τους Αμέτη, Νικολάκη Σουλεϊμάνη και τον Γιώργο Φέκα. Υπήρξε το καλύτερο κλαρίνο της Αττικής την εποχή αυτή. Πήγε με μεγάλες κομπανίες τουρνέ στην Αίγυπτο, Σουδάν, Τουρκία, Γαλλία, Γερμανία και Αμερική. Πολύ συχνά πήγαινε στο Σουδάν. Δούλεψε σε πολλά μαγαζιά, σε γάμους και πανηγύρια. Διατηρούσε σχολή με οικότροφους (Ασημίνα, 2016).

Ο Θοδωρής Κων. Χρυσοχόος (1888-1963). Έπαιζε σαντούρι. Έμαθε την τέχνη του σαντουριού σε ωδείο της Αθήνας. Έγινε επαγγελματίας μουσικός και έπαιζε σε κέντρα. Εκτός από τη Σαλαμίνα έπαιξε σε πολλά μέρη της Αττικής, Βοιωτίας, Εύβοιας και Πελοποννήσου και συνεργάστηκε με πολλούς επώνυμους της εποχής του (Χρυσοχόος, 2016).

Ο Ανέστης Ιωαν. Αρβανιτόπουλος (1908-1973). Έπαιζε βιολί. Ο πατέρας του ήταν πρόσφυγας από το Αϊβαλί και προερχόταν από οικογένεια μουσικών. Ο Ανέστης ήταν άριστος δεξιοτέχνης και έπαιζε διπλόχορδο βιολί. Είχε δουλέψει σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπως Αττική, Βοιωτία, Εύβοια, Πελοπόννησο, Έδεσσα, Καστοριά, Γιάννενα κ.λ.π. καθώς και σε πολλά νησιά. Συνεργάστηκε με όλα τα μεγάλα ονόματα της δημοτικής μουσικής (Αρβανιτόπουλος, 2017). 

Ο Προκόπης Ιωαν. Καλιότσος (1912-2002). Τραγουδιστής. Προερχόταν από καλλίφωνη οικογένεια, αλλά ήταν ο μόνος που ασχολήθηκε επαγγελματικά με το τραγούδι. Ξεκίνησε την καριέρα του σε ηλικία εικοσιτεσσάρων (24) ετών. Τραγούδησε σε γάμους, αρραβώνες, πανηγύρια καθώς και σε κέντρα πηγαίνοντας σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπως Αττική, Βοιωτία, Εύβοια και Πελοπόννησο. Παράλληλα έκανε εκπομπές στο ραδιόφωνο μαζί με τον Σιδέρη Ανδριανό. Ο Σιδέρης Ανδριανός αναγνωρίζοντας το ταλέντο του Προκόπη, του πρότεινε να ηχογραφήσει στη γνωστή εταιρεία «His Master Voice». Συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες του δημοτικού τραγουδιού (Καλιότσος, 2017).

Ο Γιώργος Χρ. Παπαϊσιδώρου (Παπασίδερης) (1902-1977). Τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός. Τραγούδησε όλα τα είδη του Δημοτικού τραγουδιού, ακόμα και ρεμπέτικα. Διέσωσε εκατοντάδες παλιά δημοτικά από βέβαιο θάνατο και τα αναπαρήγαγε δίνοντάς τους «Ζωήν Αιώνιον». Ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια σε ηλικία 26 ετών το 1928. Τα τραγούδια ήταν αμανέδες με τίτλο: «Έχω πολλά παράπονα» και «Ωσάν το νεκρικό κερί». Από τότε, μέχρι το 1972, τραγούδησε αδιάκοπα δεκάδες τραγούδια και συνεργάστηκε με όλες τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες. Είναι ο πρώτος σε ηχογραφήσεις στα δημοτικά τραγούδια. Περιόδευσε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα τραγουδώντας σε κέντρα, πανηγύρια, γάμους και αρραβώνες. Το 1972 πήγε στο Σικάγο της Αμερικής. Έκανε πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές. Προώθησε τότε πολλούς νέους καλλιτέχνες όπως τον Γιώργο Κόρο, τον Γιάννη Βασιλόπουλο, την Τασία Βέρρα την Σοφία Κολλητήρη κ. αλ. Συνεργάστηκε με όλα τα μεγάλα ονόματα της τότε εποχής. Σχεδόν όλα του τα τραγούδια έγιναν επιτυχίες. Γνωστά τραγούδια του είναι: «Πουλάκι ξένο», «Ιτιά», «Να’ σαν τα νιάτα δυο φορές» και άλλα. Χαρακτηριστικό της ανυπέρβλητης ερμηνευτικής του αξίας είναι ότι ο Γιώργος Παπασίδερης ξεκίνησε την σταδιοδρομία του σαν κορυφαίος ερμηνευτής και τερμάτισε μετά από 45 χρόνια πάλι σαν κορυφαίος (Παπαϊσιδώρου, 2018).

Η Βούλα Παν. Πάλλα (1929 – 1980). Τραγουδίστρια, συνθέτρια, στιχουργός. Τραγούδησε δημοτικό, λαϊκό και ινδοπρεπή. Την αποκαλούσαν «Ελληνίδα Ναργκίς». Είχε μεγάλες επιτυχίες στο ενεργητικό της. Έκανε πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές και περιόδευσε σε πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού. Είχε πλούσια δισκογραφία και συνεργάστηκε με μεγάλους συνθέτες και καλλιτέχνες της εποχής. Γνωστά της τραγούδια είναι: «Ο γυρισμός», «Νυφούλα σε στολίζουνε» και άλλα (Πάλλας, 2018).

Ο Νίκος Γεωρ. Μάθεσης ή Τρελάκιας (1907 – 1975). Στιχουργός ρεμπέτικων τραγουδιών και εξαίρετος σκιτσογράφος – γελοιογράφος. Θεωρείται πρωτοπόρος του ρεμπέτικου και ήταν αυτός που πέρασε το μπουζούκι στη δισκογραφία. Η πρώτη ηχογράφηση έγινε το 1933 στην εταιρεία ODEON με τον Μάρκο Βαμβακάρη και το τραγούδι «Χαρμάνης είμ’ απ’ το πρωί». Γνωστά τραγούδια του Μάθεση είναι: «Η γάτα», «Μεσ’ του Νικήτα τον τεκέ», «Ο γεωργός», «Ο Ντούντας», «Ο Νίκος ο τρελάκιας», «Κουλουριώτισσα» και άλλα (Χατζηδούλης, 1990).

Ολοκληρώνοντας, δεν θα μπορούσε να  μη γίνει μια ιδιαίτερη μνεία σε όλους αυτούς τους Σαλαμίνιους καλλιτέχνες που εξακολουθούν, ακόμη και σήμερα, να διατηρούν ζωντανή τη μουσική παράδοση, διαπρέποντας στο μουσικό στερέωμα της χώρας όπως: στο έντεχνο τραγούδι η μεγάλη ερμηνεύτρια Νένα Νικ. Βενετσάνου, στη Λυρική σκηνή ο τενόρος Σταμάτης Αχ. Μπερής, η υψίφωνος  Άρτεμις Μπόγρη, η υψίφωνος Αθηνά Βασιλείου, ο μαέστρος Σταύρος Αχ. Μπερής, στο χώρο της τζαζ μουσικής η Σοφία Γεωρ. Βιρβίλη (Νοητή), στο ελαφρό – λαϊκό η Νενέ Χρ. Ανδριανού και η Μαρία Μπεγνή, στο λαϊκό ο Γιάννης Βασιλείου, στο μοντέρνο ο Γιώργος Αλκαίος, στην παραδοσιακή μουσική οι τραγουδιστές Νότης Μπακοθανάσης (Θαλασσινός) και ο Σιδέρης Δημ. Ανδριανού, ο οργανοπαίκτης Βαγγέλης Χατζόβουλος (ούτι, λαούτο, σάζι) και η Σοφία Δημ. Ανδριανού (λαούτο, κρουστά και τραγούδι).


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Ανδριανός, Α. (2014). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Ασημίνα, Ε. (2016). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Αρβανιτόπουλος, Σ. (2017). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Καλιότσος, Β. (2017). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Κανάρη, Α . (2014). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Κουτσούκος, Δ. (2016). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Πάλλας, Β. (2018). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Παντελή, Θ. (2003). Σαλαμίνα, πορεία στο χρόνο. Αθήνα: Εκδόσεις Ιωλκός.

Παπαϊσιδώρου, Δ. (2018). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Πετρόπουλος, Η. (2011). Ρεμπέτικα Τραγούδια. Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος.

Ράφτης, Α. (1995). Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Χορού. Αθήνα: Εκδόσεις Δώρα Στράτου.

Σαλτάρης, Ν. (1986). Η ζωή των Αρβανιτών. Αθήνα: Εκδόσεις Γέρου.

Σχορέλης, Τ. (1961). Ρεμπέτικη Ανθολογία (Τόμος Α’). Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον.

Τουμπακάρη, Ν. (2013). Ένα βιολί διηγείται. Αθήνα: Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.

Φράττης, Κ. (2015). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Χατζηδούλης, Κ. (1990). Ρεμπέτικη ιστορία 1. Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη.

Χρυσοχόος, Α. (2016). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.