Κείμενο: Μανώλης Νικόλτσιος
Ασκούμενος δικηγόρος


Ιστορίες μιας σελίδας, Σελίδα 14

Είχε μείνει ακίνητη και την κοίταζε. Και εκείνη, δίπλα στον νιπτήρα, ανάμεσα στο κενό που άφηνε για την μπανιέρα, ακίνητη επίσης. Οι φωνές της δεν την τρόμαξαν. Ούτε κι εκείνη στην κουζίνα, στο φουρνάκι πάνω. Οι φωνές της ποτέ δεν ήταν αποτελεσματικές. Είτε της έβαζε μέσα στη νύχτα είτε μέρα μεσημέρι ποτέ δεν κατόρθωσαν να κάνουν κάποιον να σπεύσει σε βοήθεια.

Κι όσο οι φωνές πολλαπλασιάζονταν, άλλο τόσο έκαναν κι αυτές το ίδιο. Ήταν πια μια μορφή συγκατοίκησης. Αυτή πλήρωνε το ρεύμα για να ξεπροβάλλουν αυτές στο πρώτο σκοτάδι, το λογαριασμό του νερού για να ξεπηδούν από τα απόνερα της λεκάνης.

Σήκωνε με περισσότερο κόπο τις σακούλες από το σούπερ μάρκετ, γιατί ήξερε πως δε θα ‘τρωγε μόνο αυτή από το περιεχόμενό τους.

Δεν την ένοιαζε αν καμιά φορά ξεχνούσε το θερμοσίφωνο αναμμένο, περίμεναν ουρά να βγει απ’ την μπανιέρα και να περπατήσουν στις βρώμικες σαπουνάδες.

Όσο χρόνο κι αν περνούσαν μαζί όμως ποτέ δεν τις συνήθισε. Πάντα αντιδρούσε με τσιρίδες στη θέα τους.

Ο κύριος Σάκης, παρόλο που τον είχε φανταστεί στρουμπουλό και με μουστάκι από το τηλέφωνο, ήταν ένας σαραντάρης λεπτός και ψηλός που έστειλε η εταιρία. Έβγαλε τα σύνεργά του και πέρασε κάθε επικίνδυνη επιφάνεια με το φάρμακο που θα τις έκανε να εξαφανιστούν δια του κανιβαλισμού. Αυτές, με το που θα δηλητηριάζονταν, θα τρελαίνονταν, και τότε η μια θα άρχιζε να τρώει την άλλη.

Από την πρώτη κιόλας μέρα τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά. Η ίδια μάλιστα πέτυχε δυο σκηνές αλληλοσπαραγμού. Κάθισε και τις χάζεψε κιόλας.

Σε δυο μέρες ήδη τις συναντούσε πιο σπάνια μέσα στο σπίτι της. Της έκανε εντύπωση όμως που αν πετύχαινε καμιά της φαινόταν πιο μεγάλη.

Όταν είδε όμως μια να τρώει μία άλλη πάνω στον πάγκο της κουζίνας και η πρώτη αμέσως να διπλασιάζεται, κατάλαβε πως κάθε φορά που μία έπεφτε στα νύχια μιας άλλης και αυτή την έτρωγε αμέσως τότε κέρδιζε σε βάρος και όγκο αυτό της μακαρίτισσας.

Στη μια βδομάδα πάνω, είχανε μείνει καμιά δεκαπενταριά. Όλες σε μέγεθος ποντικιού πλέον και να αυξάνονται γεωμετρικά σε κάθε μπουκιά.

Ένα βράδυ παραλίγο να κλωτσήσει μια που ‘μοιαζε σε γάτα. Και τότε άρχισαν να φαγώνονται και με άλλες, από τα δίπλα διαμερίσματα. Τις άκουγες στους διαδρόμους, στο φωταγωγό και στους άλλους κοινόχρηστους να παλεύουν και οι στριγκλιές να ‘ναι σαν μωρού παιδιού που το πνίγουν.

Η κυρία Άννα από τον τρίτο πια έβγαινε μόνο με συνοδεία για να κατέβει στο φούρνο το πρωί, γιατί στον δεύτερο μπαινόβγαινε από τα διαμερίσματα στο διάδρομο μία σε μέγεθος σκύλου.

Σε δύο μήνες από την ημέρα της επίσκεψης του κυρίου Σάκη είχαν μείνει πια στο κτίριο δυο τρεις απ’ αυτές και τέσσερεις οικογένειες. Όλοι οι άλλοι δεν άντεξαν και ‘φυγαν. Αυτή δεν ξενοίκιασε, δεν ήταν δυνατόν με το μισθό που είχε να αλλάξει σπίτι. Περιορίστηκε να βάζει μια βαλίτσα γεμάτη με ρούχα πάνω στο καπάκι της τουαλέτας και τα βράδια κάρφωνε μια τάβλα που χε βγάλει απ’ το κρεβάτι πάνω στην κάσα της πόρτας για να μην ανοίγει.

Ένα πρωί, είχε αργήσει για τη δουλειά της, ξήλωσε την τάβλα και έκανε να φύγει βιαστικά για το γραφείο όταν την είδε. Ήταν εκείνη που ‘χε δει δίπλα στο νιπτήρα, ανάμεσα στο κενό με την μπανιέρα. Την αναγνώρισε, παρόλο που τώρα είχε μέγεθος πολυθρόνας. Ένιωσε πως ήταν μάταιο να τσιρίξει, αλλά και που το προσπάθησε ήταν χαμένος κόπος μιας και η φωνής της είχε κλείσει πια απ’ τις πολλές κραυγές. Περίμενε ακίνητη, όσο εκείνη ερχόταν καταπάνω της.