Κείμενο: Aντώνης Κοντάκης
Φυσικοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Ο ήλιος, ίσα που είχε βρει το θάρρος να προβάλει νυσταλέα, πίσω από το περίγραμμα του ορίζοντα. Και εκείνοι, δύο ταραγμένες σκιές έξω από το σπίτι τους. Πρώτη φορά που προετοιμάζονταν για μια αναχώρηση δίχως τη συνηθισμένη λαχτάρα και προσμονή. Η πλάτη του άντρα ευθυτενής. Άλλωστε ήταν παθητικός μέτοχος της αγωνίας. Η πλάτη της γυναίκας πιο καμπουριαστή. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Εκείνη ήταν η ενεργητική μέτοχος της απειλής. Σα να επιζητούσε με τη στάση της να κρύψει από τον ήλιο το σημείο πάνω της που την πλήγωνε. Σα να μην ήθελε να φανερωθεί στο βλέμμα της η γαντζωμένη με απροθυμία αλήθεια. Τα βήματά της ήταν αργά και δύσκαμπτα. Τα πόδια της έμοιαζαν θιγμένα από την έλλειψη ταχύτητας, μα το άγχος της εγκλώβιζε κάθε προσπάθεια για απελευθέρωση της κίνησης. Έστεκε μετέωρη έξω από την κεντρική είσοδο. Είχε ατόφια την ελπίδα και την αναμονή της επόμενης φοράς που θα άγγιζε την πόρτα με τα δάκτυλά της. Με περισσότερη δύναμη στα χέρια και γενναιόδωρο, όπως της έπρεπε, χρόνο στην κλεψύδρα.

Μονάχα η πίστη της δεν της περίσσευε. Ατέρμονη και αδιαπραγμάτευτη, με αναγκαιότητα πλέον διαφύλαττε ευλαβικά το κάθε μόριο συμπαράστασης. Εκείνη τη στιγμή θα θύμωνε με τις σκέψεις του συζύγου της και τον κυνικό υπολογισμό του. Η πίστη δεν έχει ανταμοιβή, του τόνιζε πάντα. Δεν είναι δάνειο με μελλοντική αποπληρωμή. Και ίσως εκείνος, παρά την αντιδραστικότητά του, είχε την ανάγκη να το αποδεχτεί περισσότερο. Γιατί εκείνη τη στιγμή ήταν πιο μετέωρος. Υπήρχε ένα τρομαχτικό κενό κάτω από την ύπαρξή του και το σώμα του γδερνόταν στα τοιχώματα της αμφιβολίας και της δυσπιστίας.

Η γυναίκα κρατούσε σφιχτά δύο εικόνες. Τα δάκτυλά της ήταν αποχρωματισμένα από την ισχυρή λαβή. Δυσδιάκριτες οι μορφές πάνω στο ξύλο, φθαρμένες από τον χρόνο και από τη χρήση. Μόνο τα φωτοστέφανα φάνταζαν ανεπηρέαστα και δογματικά υπερβατικά. Ποτέ δεν εξέλειπαν τα βάσανα και οι απεγνωσμένες ευχές από την ανθρωπότητα. Από γενιά σε γενιά παραδομένες και έφτασαν στα χέρια της τόσο νωρίς. Και έπρεπε το άυλο να ξυπνήσει τη φοβισμένη της ζωτικότητα˙ να ταράξει τον εγωισμό της, που κόντευε να ηττηθεί από την αποδοχή, να στήσει όρθια τη θέλησή της, που κόντευε να λυγίσει από το βάρος της εύκολης παραίτησης. Ο άντρας άπλωσε το χέρι να αγγίξει τα δάκτυλα της γυναίκας, μα οι ανθρώπινές του δυνάμεις ήταν πεπερασμένες και εκείνης ο αγώνας αναζητούσε υπερβάσεις.

Ο ήλιος ξεδίπλωσε υπερβατικά τα δικά του δάκτυλα και οι φωτεινές αχτίδες χάιδεψαν τα μάγουλά της. Η θερμότητα διείσδυσε κυρίως στις μικρές χαρακιές του προσώπου της, σε αυτές που φάνταζαν τόσο πρόωρα σχηματισμένες. Χαραγμένες πρόσφατα σφυρηλατημένες από τις αμφιβολίες. Τα μακρινά κρωξίματα των πουλιών ομοίαζαν για λίγο με τη συχνότητα των δευτερολέπτων. Ο χρόνος έρρεε όπως πάντα —αδιάλειπτα. Και εκείνοι ήταν έτοιμοι για ένα ταξίδι που περίκλειε όλες τις ελπίδες και τις ανάγκες τους. Πίσω τους υπήρχε μια ζωή δεδομένη. Μπροστά τους αιωρούνταν οι στιγμές που και οι δυο τους προσδοκούσαν να έρθουν.

Μια πεταλούδα πέταξε και κάθισε στον ώμο της. Ένα αεράκι φύσηξε και χόρεψε με τα μαλλιά της. Ανάσανε βαθιά, λυτρωτικά και έμοιαζε η ανάσα της με μια ζωή ολάνθιστη. Έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα και ήλπισε με όλη την ένταση της ανάγκης της, εκείνο το βήμα, να είναι αυτό που θα την οδηγήσει στην αναγέννησή της.


“Αφιερωμένο στους ανθρώπους που καθημερινά, κατακλυσμένοι από κάθε λογής συναίσθημα, ετοιμάζονται να ξεκινήσουν το απρόβλεπτο ταξίδι για την επιβίωσή τους”