Κείμενο: Αναστασία-Μαρία Ζαβιτσάνου,
Βιοχημικός Μοριακής Ογκολογίας &
Ανοσολογίας

Επιμέλεια: Μαρία Σουρτζή,
Φιλόλογος – Ειδική Παιδαγωγός


Ένα ήσυχο μεσημέρι του Ιουλίου πήγα την κόρη μου να παίξει στην παιδική χαρά όπου μεγάλωσα, στον Νέο Κόσμο. Η τσουλήθρα ήταν σκουριασμένη και οι κούνιες ξεχαρβαλωμένες. Φοβήθηκα μη χτυπήσει αλλά εκείνη δεν την ένοιαζε. Χοροπηδούσε σαν μικρό κατσικάκι.

Καθώς την τάιζα αχλάδια, όπως εμένα η γιαγιά μου κάποτε, είδα τον πατέρα μου να ψωνίζει γάλα από το παντοπωλείο απέναντι. Τα μαλλιά του ήταν κάτασπρα και το πρόσωπό του ζαρωμένο. Είχα χρόνια να τον δω. Μας είδε από μακριά και σάστισε. Δεν ήταν σίγουρος αν ήμουν εγώ. Του χαμογέλασα και του έγνεψα από μακριά. Άρχισε να περπατάει προς το μέρος μας. Ο βηματισμός του δεν θύμιζε τον γεμάτο αυτοπεποίθηση και –ίσως– λίγη αλαζονεία άνθρωπο που θυμόμουνα.

«Γεια σας, είμαι η Εύα» του συστήθηκε η μικρή. Βλέπεις εδώ και έξι χρόνια, δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να γνωριστούνε.

«Γεια σου Εύα, εγώ είμαι… Είμαι ο Βασίλης. Βλέπω σου αρέσουν πολύ τα αχλάδια».

«Λατρεύω τα αχλάδια αλλά το αγαπημένο μου φρούτο είναι το καρπούζι. Μου δίνει μόνο την καρδιά ο μπαμπάς που δεν έχει κουκούτσια» είπε με νάζι και έτρεξε στην τραμπάλα.

Ο πατέρας μου και εγώ μείναμε καθισμένοι στο πράσινο παγκάκι. Πρόσεξα το χέρι του. Ήταν γεμάτο πανάδες, ζάρες και αφυδατωμένο. Μείναμε σιωπηλοί. Κοιτάζαμε και οι δύο την Εύα. Η Εύα ήταν η ζωντανή απόδειξη ότι τα χρόνια περάσανε.

Δεν είμαι σίγουρη τι σκεφτόταν. Εγώ όμως σκεφτόμουν όλα τα Χριστούγεννα που περίμενα καρτερικά πάνω από το τηλέφωνο. Το τηλέφωνο που τελικά δεν χτύπησε ποτέ. Περίμενα να με πάρει να μου πει «Μου λείψατε. Δεν έρχεστε από εδώ. Αγόρασα και ωραία μορταδέλα». Περίμενα κάθε χρόνο ώσπου έπαψα να περιμένω. Σκεφτόμουν το πρώτα γενέθλια της Εύας, το πρώτο της κολύμπι, την πρώτη της παράσταση μπαλέτου. Θυμήθηκα το πρώτο της θεατρικό έργο που έπαιξε τον παπουτσωμένο γάτο. Θυμήθηκα όλες τις στιγμές που θα μπορούσαμε να έχουμε μοιραστεί. Θυμήθηκα τότε που είχα μπει στο νοσοκομείο και τον ήθελα κοντά μου. Αλλά φοβήθηκα να του το πω. Αν δεν εμφανιζόταν, πώς θα ζούσα μετά; Το στομάχι μου σφίχτηκε.

Με τα χρόνια έμαθα να ζω με αυτό το σφίξιμο. Το σφίξιμο που έμαθα να κρύβω τόσο καλά από όλους. Το σφίξιμο που γινόταν δάκρυα μόνο αργά το βράδυ όταν έχουν όλοι κοιμηθεί ή στο ντους κάτω από το παγωμένο νερό. Έκλαιγα για όλες τις στιγμές που χάνονταν. Μα περισσότερο έκλαιγα για εκείνον. Για το σφίξιμο το δικό του όταν συνειδητοποιήσει όλα όσα άφησε να του φύγουν μέσα από τα χέρια. Άφησε έναν κήπο γεμάτο ορτανσίες, τριανταφυλλιές, λεμονιές, και αμπέλια να ξεραθεί γιατί έτρεχε πίσω από ένα γυαλιστερό καρότο.

«Πρέπει να βάλω το γάλα στο ψυγείο» του έγνεψα καταφατικά. Χαιρέτησε την μικρή και ετοιμάστηκε να φύγει. Τον αγκάλιασα σφιχτά. Τα μπράτσα του ήταν κρεμασμένα και δεν είχε πια τη δύναμη που είχε κάποτε. Είχε ζαρώσει ολόκληρος. «Γιατί με άφησες να φύγω. Τόσο δα ήθελα για να μείνω» του φώναξα. Μα η φωνή δεν βγήκε ποτέ. Ίσως να με άκουσε, ίσως και όχι. Δεν είχε πια σημασία.